Η θυσία

μυθιστόρημα
ISBN: 
978-960-16-3471-5
Τόπος: 
Αθήνα
Εκδόσεις: 
Πατάκης
Έτος: 
2009

Περασμένα μεσάνυχτα, με το αυγουστιάτικο φεγγάρι σχεδόν ολόγιομο. 480 π.Χ. Ο μελλοθάνατος Σπαρτιάτης βασιλιάς και αρχιστράτηγος των ελληνικών δυνάμεων ξαγρυπνά. Οι επίλεκτοι του Ξέρξη έχουν κυκλώσει το στρατόπεδο των Ελλήνων. Όλοι οι σύμμαχοι έχουν αποχωρήσει. Παρέμειναν μόνο όσοι από τους Θεσπιείς, του Τριακόσιους και τους είλωτες είχαν επιζήσει στις προηγούμενες αναμετρήσεις. "Βασιλέα! Άνδρας Έλληνας θα μας νικήσει. Το αρχικό γράμμα του ονόματός του αντιστοιχεί στο πέμπτο γράμμα του λακωνικού αλφαβήτου" είχε προφητεύσει χλωμός ο οιωνοσκόπος Μεγιστίας. Και την αυγή της εκστρατείας οι οιωνοί δεν ήταν καλοί. Το σφάγιο δεν είχε λοβό στο ήπαρ. Αλλά και παλαιότερα η Δελφίνη, φίλη στενή του Λεωνίδα, είχε προμαντεύσει: "Στο θυσιαστήριο, εκεί στις Πύλες που γειτονεύουν με τις ιερές ιαματικές πηγές. Σαν σφάγιο θα οδηγηθείς από την αγάπη που σε κυριεύει".

Τις ώρες της μοναχικής του ολονυκτίας, με το σώμα όλο να πονά από τα τραύματα, ο βασιλιάς των Σπαρτιατών θυμάται... Και λαχταρά να βρισκόταν κοντά του οι αγαπημένοι του. Η γυναίκα του η Γοργώ, ο μονάκριβος οκτάχρονος γιος του. "...ο μικρός μου πρίγκηπας, ο καταδικός μου Πλείσταρχος ... Θα 'θελα, ω θεοί,πως θα 'θελα να με επισκεπτόταν! Να παρουσιαζόταν κι αυτός σαν λάμψη διστακτική, αυγινή, εδώ στην αγρυπνία μου. Μνημοσύνη, βασίλισσά μου, μερίμνησε... Εδώ να υποδεχθώ και την Κυρά μου. Θα εμφανισθεί αστραφτερή και αγέρωχη, και εκείνες οι θαλασιές λίμνες των ματιών της θα στάζουν. Όχι δάκρυα, παρά αφρό κυμάτων. Θα μου δοθεί. Αμίλητη και παράφορη και εκρηκτική, όπως μόνον αυτή ξέρει να δίνεται. Θα της προσφερθώ".

Ξημερώνοντας, ο Λεωνίδας κάλεσε τους πολεμιστές του. "Σαν ένας και μοναδικός άνθρωπος" τους είπε. "Σαν ένας, αλλά ο μόνος, ο τελευταίος άνθρωπος που απέμεινε στη γη αυτήν. Σαν ο άνδρας ο ολομόναχος που του ανατέθηκε το καθήκον της προάσπισης της πατριάς του. ... Έχουμε εμπρός μας μιαν ολόκληρη ημέρα για να φανούμε αντάξιοι των προσδοκιών της πατρίδος. Και έχουμε στα μάτια το όραμα της ανυπότακτης και ελεύθερης Ελλάδος".

Απόσπασμα: 

Α, τους τιμούν πολύ τους βασιλείς τους οι Σπαρτιάτες καθ' όλη την διάρκεια της ζωής τους. Μα στην θανή τους η Λακεδαιμών, απ'άκρου εις άκρον, θρηνολογεί. Ιππείς αναγγέλουν τον θάνατο διατρέχοντας με καλπασμό την επικράτεια και διατάσσοντας περιοίκους και είλωτες, άνδρες και γυναίκες, ως και παιδιά να πενθήσουν.Το μήνυμα μεταφέρεται και στην Μεσσηνία. Μες στην πόλη γυναίκες και κόρες περιφέρονται απο το ξημέρωμα κροτώντας με δύναμη λέβητες. Αληθινά ανατριχιαστικός και υποβλητικός ο ήχος των μεταλλικών μαγειρικών σκευών. Αυτό λειτουργεί ως προειδοποίηση, σε κάθε οικογένεια, οτι είναι απαραίτητο δύο απο τα μέλη της να πενθηφορήσουν. Η Αγορά στρώνεται με άχυρο και επί τρείς ημέρες δεν πωλείται τίποτε. Τα χρέη προς το δημόσιο διαγράφονται και αποφυλακίζονται κρατούμενοι οικογενειάρχες. Τα δημόσια έργα σταματούν και όλες οι υπηρεσίες αργούν επι δεκαήμερον. Και ούτε συνεδριάσεις γίνονται ούτε αποφάσεις λαμβάνονται. Απο όλες τις περιοχές της Λακωνικής συρρέουν αμέτρητα πλήθη, πολλές χιλιάδες άνδρες και γυναίκες, ελεύθεροι και μη, ντυμένοι στα μαύρα και θρηνώντας σπαρακτικά. Οδύρονται, κτυπούν ξέφρενα τα μέτωπα και με τα νύχια ματώνουν τα μάγουλά τους. Με φωνές βραχνές μοιρολογούν και, περπατώντας ασταμάτητα, φωνάζουν ότι ο αποθανών υπήρξε ο καλύτερος που βασίλεψε ποτέ στη Σπάρτη.

Την ώρα που ο βασιλέας ενταφιάζεται σηκώνεται μια βοή συνεχής και υπόκωφη, δυνατότερη του ανέμου, ισχυρότερη απο αυτή των κυμάτων, ικανή να ακουστεί σε όλη την Πελοπόννησο. Βοή αμείωτη, εκκωφαντική και διεγερτική, προερχόμενη απο τους ολοφυρμούς, τις θρηνητικές κραυγές και τα ρυθμικάκροτήματα των γυναικών.

Εάν ο βασιλέας σκοτωθεί σε μάχη εκτός Σπάρτης, κατασκευάζεται ένα είδωλο, ένα ομοίωμά του,το οποίο, αφού τοποθετηθεί σε πλούσια αλλα διακριτικά κοσμημένη νεκρική άμαξα,θάβεται με μεγαλή επισημότητα και ανάλογες τιμές.

Η βασιλική οικογένεια προηγείται πεζή της πομπής και σπανίως παρασύρεται σε υπερβολικές εκδηλώσεις θλίψης. Στους βασιλείς ποτέ δεν επετράπη η δημόσια επίδειξη συναισθημάτων. Βαδίζουν αγέρωχοι με μάτια και χείλη κλειδωμένα.

Έτσι θα προχωρεί σε πέντε, καν σε έξι ημέρες η βασίλισσά μου. Στητή, πανώρια, μια πληγωμένη και μοναχή θεά. Θα σφίγγει το δεξιό χέρι του Πλείσταρχου και θα πηγαίνουν πλάι πλάι αμίλητοι, πλην γεμάτοι μυστικές φωνές και συνεννοήσεις. Μουσικές σιγανές και ανήκουστες θα φθάνουν στ' αφτιά τους, σαν σταλμένες απο αρχαία δάση. Μάνα και γιός θα μοιάζουν με μακρινά και ανεξερεύνητα, ακατοίκητα νησιά. Ή με δενδρόκηπους που βλάστησαν μόνοι τους κι ανθρώπου μάτι δεν τους είδε. Άλλωστε έτσι δεν έμοιζαν πάντα;

Του γιού μου τα μάτια θα ταξιδεύουν πάλι. Ποιος ξέρει κατά που...

Ω, αν μπορούσα να τον πλησιάσω. Μόνο για λίγο. Για όσο βαστά ένα φιλί στα ακροδάχτυλα. Ή για όσο σπαρταρά το εωθινό αηδόνισμα. "Μην θλίβεσαι" να του πω. "Και μην πονάς, παιδί μου. Ποτέ δεν έφυγα απο την Σπάρτη, μικρέ μου πρίγκιπα, ποτέ δεν σε αποχωρίστηκα. Ούτε πρόκειται να απομακρυνθώ. Και ούτε εσύ θα με στερηθείς, ούτε εγώ θα υποφέρω και θα νοσώ απο τον πόθο του νόστου. Μέχρι τον μακρύ άπαυστο αιώνα εδώ θα παραμείνω. Εξάλλου οι μαχητές μου κι εγώ, όλοι εμείς οι θυσιασμένοι, θα είμαστε παντοτινά παρόντες. Για κοίτα μας, αυριανέ βασιλέα της ένδοξης Λακεδαίμονος. Μόλις διαβήκαμε τα σύνορα της αθανασίας".

Κριτικές του βιβλίου

Τo βιβλίο της Ελένης Σαραντίτη «Η θυσία» είναι ένα σπουδαίο ιστορικό ντοκουμέντο, αποτέλεσμα μακρόχρονης έρευνας που αποκαλύπτει άγνωστες πτυχές από το θρυλικό έπος του βασιλιά της Σπάρτης Λεωνίδα, καθώς με λιγοστούς Ελληνες αντιμετώπιζε τους Πέρσες του Ξέρξη στην τελευταία μάχη της ζωής του.

Οι Πέρσες, με οδηγό τον προδότη Εφιάλτη, είχαν παγιδεύσει τους Ελληνες και οι διοικητές και αξιωματικοί των συμμάχων δείλιασαν και αποχώρησαν.

Ο διοικητής της Κορίνθου παρότρυνε τον Λεωνίδα να φύγει και αυτός και να γυρίσει στη Λακεδαίμονα. «Δεν βλέπεις ότι δεν θα μείνει τίποτα;», είχε πει στον Λεωνίδα και αυτός απάντησε: «Πώς δεν θα μείνει τίποτα; Θα μείνει η τιμή της Σπάρτης, και αυτό εσύ Κορίνθιε πολέμαρχε το λες τίποτα».

Μέσα από μονολόγους και διαλόγους του ήρωα των Θερμοπυλών γνωρίζουμε άγνωστες ιδέες, πράξεις και γεγονότα. Αναδεικνύεται ένας βασιλιάς απλός και γεμάτος συμπόνια για τους μελλοθάνατους πολεμιστές του.

«Εγώ που τους οδήγησα στο θυσιαστήριο, εγώ θύτης μαζί και θύμα», μονολογεί στενάζοντας ο βασιλιάς της Σπάρτης. Ο Λεωνίδας είχε πληροφορηθεί για τη θυσία του από την προφητεία μίας γυναίκας από τη Μεσσηνία, από γενιά αιχμάλωτων πριγκίπων και ερωμένη του για αρκετά χρόνια.

Αυτή η γυναίκα τού είχε προφητέψει: «Ω, καλό τέλος σου επιφυλάσσει η πατρίδα σου. Στο θυσιαστήριο, πέρα εκεί στις πύλες που γειτονεύουν με τις ιαματικές πήγες. Εκεί θα σε στείλει, σαν σφάγιο θα οδηγηθείς από την αγάπη που σε κυριεύει».

Αλλά και ο μάντης Μεγεστίας είχε πληροφορήσει τον Λεωνίδα για την προδοσία του Εφιάλτη. «Βασιλέα, άνδρας Ελληνας θα μας νικήσει. Το αρχικό γράμμα του ονόματός του αντιστοιχεί στο πέμπτο γράμμα του λακωνικού αλφαβήτου. Οι συμπατριώτες του ήδη μήδισαν. Τώρα, αρχηγέ, η προδοσία. Δίχως αυτήν οι στρατιές των βαρβάρων θα ηττούντο. Θα τους αποτελείωναν τα χαλασμένα από τη ζέστη και την ακινησία τρόφιμα και οι μολυσματικές ασθένειες. Ομως, εμείς εμμένουμε».

Λάμπης Τσιριγωτάκης
ΕΘΝΟΣ ONLINE 10/3/2010

 

Σύμβολο αυτοθυσίας                                 
    Τι άραγε περνάει από το μυαλό του επισκέπτη στο Μουσείο Λούβρου όταν σταματά μπροστά στον πίνακα του Ζακ-Λουί Νταβίντ “ O Λεωνίδας στις Θερμοπύλες ”. Θαυμασμός, δέος, απορία; Πως μπορεί κανείς να ερμηνεύσει την τεράστια ψυχική δύναμη ή ακόμη και τη μεγαλοφροσύνη του
άνδρα, που την ύστατη ώρα υπερβαίνει τα ανθρώπινα όρια;
    Η Ελένη Σαραντίτη ,αφιερώνοντας το νέο της βιβλίο « η θυσία » στον ήρωα των Θερμοπυλών, δίνει φωνή στον Λεωνίδα,  τη νύχτα που, κυκλωμένος από τους Ξέρξες, περιμένει ξάγρυπνος  να ηχήσει η σάλπιγγα της τελευταίας μάχης.   
    « …Ιδού λοιπόν εγώ ο απ’ αιώνος διατεταγμένος σε αυτήν την κάθε άλλο παρά αναίμακτη θυσία, ο Λεωνίδας…ήδη άνω των εννέα χρόνων βασιλέας της Σπάρτης, έχοντας προ πολλού δρασκελίσει το κατώφλι των πενήντα, μια ζωή πολεμιστής, τώρα από παντού πολιορκημένος…»
   Μετά το αριστουργηματικό “ O κάβος του Αγίου Αγγέλου” ακολούθησε -εκτός των άλλων βιβλίων που προηγήθηκαν- το πρώτο της ιστορικό μυθιστόρημα  “ Ποθητή- χρόνια σαν τη φωτιά ”. Όπως σ’ αυτό, αποτέλεσμα  μακρόχρονης έρευνας και μελέτης των ιστορικών γεγονότων, η βραβευμένη συγγραφέας αξιοποιεί με μαεστρία έναν πλούτο από  ιστορικές πηγές και κάθε είδους τεκμήριο, αναζητώντας με συγκίνηση τη δική της εκδοχή για τον ξεχωριστό ήρωα του γενέθλιου τόπου της.          
« …Λόγω αγάπης. Αν γίνομαι κατανοητός. Λόγω της αγάπης που αισθάνομαι για τον γιο μου, μεγάλη αγάπη, ανέκφραστη και ανείπωτη, χρόνια σφραγισμένη…Και φυσικά, και κυριότατα, λόγω της άλλης, της παμμέγιστης αγάπης που έθρεψα για την Σπάρτη…Αγάπη αλόγιαστη και τρομακτική μα επιβεβλημένη εκ γενετής, θα μπορούσα να πω… »
     Σε ένα εσωτερικό ταξίδι της ψυχής,  ο Λεωνίδας ξεδιπλώνει γεγονότα, σκέψεις και συναισθήματα, ξεκινώντας  από  το πάθος για τη νέα, όμορφη γυναίκα του, την αβάστακτη ώρα του αποχαιρετισμού, τις αιώνιες αξίες των προγόνων του. Από την καθημερινότητα των Λακεδαιμονίων, την εθιμοτυπία του γάμου του μέχρι τους κακούς οιωνούς, τους δυσοίωνους χρησμούς, τις δολοπλοκίες,  τις αποτρόπαιες πράξεις και τα προσωπικά δράματα των οικείων του, που στιγμάτισαν τη ζωή του.
«…Η βασίλισσά μου…Η Γοργώ…Έπειτα η νυμφεύτρια με τις βοηθούς της την έντυσαν με έναν ανδρικό μανδύα και υποδήματα ανδρικά επίσης…και την ξάπλωσαν σε καλαμένια κλίνη με στρώμα αχυρένιο. Καταγής…άγγιξα τους ώμους της απαλά κι έφυγα για τον στρατώνα…Το ίδιο και την επόμενη νύχτα. Έτσι έπρεπε. Την Τρίτη όμως έμεινα κοντά της… παρατήρησα με κάποιο ρίγος την κουρεμένη της κόμη…στο δειλό, τρεμάμενο φως της λυχνίας…και ας της έλειπε το στολίδι των μαλλιών, η ομορφιά της στίλβωνε μέχρι και το ταπεινό στρώμα…»
      Με την αφήγηση του Λεωνίδα σε πρώτο πρόσωπο, η συγγραφέας    αναδεικνύει αθέατες πτυχές της επίσημης ιστορίας μ’ ένα σπάνιο λυρισμό. όπου  αυτός χρειάζεται, χωρίς ο ήρωας του βιβλίου της να φαντάζει υπεράνθρωπος, μακρινός κι απόμακρος. Αντιθέτως, στο ξετύλιγμα της ιστορίας, μας παρουσιάζει τον Λεωνίδα βαθειά ανθρώπινο, καθώς βαδίζει στο σίγουρο θάνατο με μια συναισθηματική μάχη που δίνει μέσα του γι’ αυτούς που αφήνει πίσω του και γι’ αυτούς που έχει πάρει μαζί του.
« Φόβος για τον απειράριθμο στρατό που ερχόταν για την πιο ανόσια και απάνθρωπη αναμέτρηση…Φόβος θανάτου. Φόβος απωλειών…Α! Πώς με είχε αδράξει αμέσως μετά τον χρησμό της Πυθίας! Τον καθυπέταξα…Ο φόβος εξουδετερώνεται με την αγάπη. Με τον έρωτα…Έρωτα ελευθερίας και αξιοπρέπειας θα τον χαρακτήριζα. Έρωτα δικαιοσύνης και τιμής…Και προπαντός έρωτα υπερηφάνειας…»  
      Η Ελένη Σαραντίτη, ακολουθώντας τον Λεωνίδα και τους συντρόφους του βήμα, βήμα στην πορεία τους για τις Θερμοπύλες, καθιστά τον αναγνώστη της μάρτυρα μιας ιστορικής ευθύνης κι  ενός μαρτυρικού τέλους.
      Με την πένα της, η συγγραφέας, συνδυάζοντας τα ιστορικά στοιχεία  με τη μυθιστορία, την αριστοτεχνική ανάπλαση του κύριου χαρακτήρα του βιβλίου της  με  τη γλαφυρή εξιστόρηση των γεγονότων, μας χαρίζει μοναδικές στιγμές της ιστορίας μας ως την τελευταία σελίδα, ως την τελευταία λέξη.
« Μ’ αυτούς τους ελάχιστους άνδρες ελπίζεις να νικήσεις τους Πέρσες,  Λεωνίδα; », «…ωστόσο όταν με ξαναρώτησε – μα τον Δία, με μια χροιά ειρωνείας στη φωνή - εάν σκοπεύω να αντιμετωπίσω τις στρατιές του Ξέρξη με τους τριακοσίους Ιππείς…Εξοργίστηκα… Αν πρόκειται να πεθάνουν, κι εσύ γνωρίζεις πως αυτό είναι το μόνο βέβαιο, τότε…είναι μεγάλος αριθμός. Για μελλοθάνατοι πολλοί είναι ».

Μαίρη Βασάλου

http://www.avecnews.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=325:-q-q-&catid=11:2011-06-02-22-38-20&Itemid=17

Αγαπητή μου κυρία Σαραντίτη,

ζήτησα τη διεύθυνσή σας από την αγαπημένη Φωτεινή, γιατί αισθάνομαι την ανάγκη να σας εκφράσω την ευγνωμοσύνη μου και να σας πω ένα μεγάλο ευχαριστώ, μέσα από τα βάθη της καρδιάς μου, για τον τρόπο, με τον οποίο αγκαλιάσατε και κρίνατε το παραμύθι.

Διαβάζω και ξαναδιαβάζω το κείμενό σας και δε σας κρύβω πως συγκινούμαι πολύ, γιατί ψηλαφίσατε με το νου και την καρδιά τα φανερά και κυρίως τα κρυφά νοήματά του, τα αναλύσατε και κλείσατε κάθε του ήρωα σ' έναν εύστοχο, μαγικό ορισμό.

Ανεβάσατε το ολιγοσέλιδο κείμενο ψηλότερα απ' ότι θα μπορούσα να φανταστώ.

Όλα αυτά έχουν μεγάλη και πολυσήμαντη αξία για μένα, που ελάχιστα πράγματα έχω γράψει, επειδή προέρχονται από την Ελένη Σαραντίτη, τη συγγραφέα που, πέρα από τα άλλα δυνατά της έργα, έγραψε το Κάποτε ο κυνηγός και τη Θυσία, που είναι πλέον κλασικά και με συγκίνησαν βαθιά. Έργα-πρότυπο για τη νεότερη λογοτεχνία μας και έμβλημα της ηθικής της έννοιας που αποζητάει την αιωνιότητα.

Στα μυθιστορήματα αυτά- τον Κυνηγό τον έχω διδάξει ως παράλληλο κείμενο στην Τρίτη Λυκείου- η αγάπη δεν είναι στοιχειώδης, ανεξήγητη, θαυματογεννημένη. Πάντα εξηγεί και αναλύει και το πιο έντονο πάθος. Πότε είναι λαμπερή, ποικιλόχρωμη, πότε παγώνει από το κρύο, για να φλογοβολήσει πάλι δυνατά, άπειρη κι ανεξερεύνητη, όπως η ίδια η ζωή.

Με τη Θυσία, μας αποκαλύψατε τις ύστατες εκείνες αλήθειες που κάνουν τον άνθρωπο ήρωα. Βυθομετρήσατε μ' ένα τρόπο προσωπικό, μοναδικό θα έλεγα, τα μυστήρια της ανθρώπινης ψυχής που λαμπρύνεται με την αφοσίωση σε κάποιο υψηλό στόχο, με την Αγάπη τελικά.

Η γλωσσική τους επένδυση θαυμαστή. Όσο πιο δυνατή η εικονοποιία, όσο πιο βαθιά τα νοήματα, τόσο πιο απλές οι λέξεις!

Αγαπητή μου κυρία Σαραντίτη-και για την καρδιά μου αγαπημένη μου Ελένη-

όσο κι αν προσπαθώ να σπάσω τον τοίχο που ορθώνεται ανάμεσα στο βιωμένο και το ανέκφραστο από τη γλώσσα, δεν μπορώ. Η σκέψη, τις πιο πολλές φορές, όταν βρίσκεται μέσα μας είναι βαθιά, φαίνεται όμως ατελής και φτωχή, όταν την εκφράζουμε.

Σας ευχαριστώ, με όλη μου την καρδιά, για την αρχοντική ευγένεια και τη γενναιοδωρία σας, σ' έναν άνθρωπο που δε γνωρίζετε.

Θα ένιωθα πολύ μεγάλη χαρά και θα ήταν τιμή για μένα, αν μου δινόταν κάποτε η ευκαιρία να σας γνωρίσω από κοντά.

Να είστε πάντα καλά

Με εκτίμηση και ευγνωμοσύνη
Ιφιγένεια Μαστρογιάννη
30/3/2013

Ανδρών επιφανών πάσα γης τάφος

Αν ξέρατε ότι το αποψινό βράδυ είναι το τελευταίο σ’ αυτόν τον κόσμο και ότι την επόμενη ημέρα θα κάνατε το κύκνειο άσμα σας και θα υψωνόσασταν στη σφαίρα της αιωνιότητας, τότε ποιες θα ήταν οι σκέψεις εκείνες, οι μνήμες, τα συναισθήματα, τα οποία θα κατέκλυζαν το νου και την ψυχή; Πώς θα μπορούσε το πνεύμα να αγαλλιάσει πριν την πλήρωσή του;

Νύχτα. Λίγοι καπνοί αναδύονται από τις στάχτες των σβησμένων φωτιών. Ο βασιλιάς κοιτά προς τα πάνω, τον ουρανό και τη σελήνη. Δεν του κολλάει ύπνος. Αύριο είναι η μεγάλη μάχη. Περικυκλωμένοι στα στενά των Θερμοπύλων, όλοι ξέρουν πως ο συγκεκριμένος πόλεμος έφτασε στο τέλος του.

Έτσι ο Λεωνίδας ξεκινά νοερά ένα ταξίδι από τα πρώτα χρόνια της παιδικής του ηλικίας μέχρι τη στιγμή που άφησε την αγαπημένη του Σπάρτη και τη λατρεμένη του οικογένεια για να φτάσει στις Θερμοπύλες. Η Αγωγή, η εκπαίδευση των νεαρών αγοριών μόλις γίνονταν εφτά χρονών, ήταν μια από τις πιο σημαντικές πρώτες αναμνήσεις που είχε. Στη συνέχεια τα χρόνια της νιότης, η ανάληψη των καθηκόντων του ως βασιλιά της Σπάρτης, η πρώτη συνάντηση και ο έρωτας με τη βασίλισσά του, Γοργώ. Η γέννηση του γιου του, Πλείσταρχου, οι ώρες που πέρασε μαζί του, οι οικογενειακές στιγμές που τόσο πολύ του λείπουν αυτές τις δύσκολες ώρες. Κατόπιν η είδηση ότι ο Ξέρξης προελαύνει κατά της Ελλάδας, οι συζητήσεις στο Συμβούλιο, οι συναντήσεις με τους υπόλοιπους Έλληνες, η προθυμία και η απροθυμία ορισμένων πόλεων να συμμετάσχουν στον πόλεμο. Και τέλος, η αναχώρηση από τη Σπάρτη και η πορεία προς τις Θερμοπύλες.

Με εξαιρετική μαεστρία η Ελένη Σαραντίτη υφαίνει τον ιστό των στιγμών του σπουδαίου Σπαρτιάτη βασιλιά την τελευταία νύχτα. Με ιστορικές αναφορές που φέρνουν στην επιφάνεια περιστατικά που λίγοι γνωρίζουν, αλλά και ανατροπές σε γεγονότα που πολλοί τα έμαθαν λάθος. Ποια ήταν η ζωή του Σπαρτιάτη βασιλιά πριν τις Θερμοπύλες είναι κάτι που δε γνωρίζουν πολλοί. Το κυριότερο όμως στοιχείο του βιβλίου είναι το ύφος της συγγραφέως, που από την πρώτη σελίδα μεταφέρει τον αναγνώστη 2.500 χρόνια πίσω και τον βάζει στη θέση του Λεωνίδα. Τα συναισθήματα, οι σκέψεις και οι αναμνήσεις γίνονται τόσο οικεία κατά την ανάγνωση, που τελειώνοντας το βιβλίο, προς στιγμήν νόμισα ότι όλα τούτα τα είχα βιώσει προσωπικά.

«Η θυσία» είναι ένα εξαιρετικό βιβλίο, όχι μόνο για το αντικείμενο της υπόθεσης ή τα πλούσια ιστορικά στοιχεία που αναφέρονται, αλλά κυρίως για τα ιδανικά και τις αξίες, που οι περισσότεροι αγνοούμε ή έχουμε ξεχάσει στην καθημερινότητά μας.

Στέφανος Ξένος

http://www.diavasame.gr/page.aspx?itemID=PPG1385_742