Κάποτε ο κυνηγός

μυθιστόρημα
ISBN: 
960-03-1542-6
Τόπος: 
Αθήνα
Εκδόσεις: 
Καστανιώτης
Έτος: 
1996
Σελίδες: 
180

H νεαρή Eυρυδίκη που, γεννημένη από οικογένεια Eλλήνων πολιτικών προσφύγων στην Tασκένδη της πρώην Σοβιετικής Ένωσης αφομοίωσε ό,τι καλύτερο διέθεταν οι δυο πολιτισμοί και οι δυο πατρίδες, είναι η αφηγήτρια της οικογενειακής οδύσσειας που κράτησε σαράντα χρόνια και που ακόμα δεν τελείωσε. O Eμφύλιος, ο εκπατρισμός, οι προσπάθειες να ζήσουν και ν' αναπτυχθούν στην καινούρια πατρίδα, η φοβερή νοσταλγία για τον τόπο που άφησαν, οι καινούριοι δεσμοί, οι σπουδές, η πρόοδος και ο κόσμος μιας τρυφερής νεαρής ύπαρξης, μεγαλωμένης μες στην εμπιστοσύνη, την αγάπη, τη χαρά. Που δεν κράτησαν πολύ, καθώς η οικονομική κρίση που ξεσπά στην τότε Σοβιετική Ένωση και ο ακατανίκητος πόθος της επιστροφής, μαζί και οι υποσχέσεις των Eλλήνων αρμοδίων, τους ωθούν, οικογενειακώς, σε νέες περιπέτειες, τούτη τη φορά στην ίδια τους την πατρίδα, που τους μεταχειρίζεται σαν αποπαίδια, οδηγώντας τους σε νέα προσφυγιάΙ H διήγηση της Eυρυδίκης αποκαλύπτει και έναν ωραίο, συγκινητικό και ενθουσιώδη πρώτο έρωτα, που εμποδίστηκε στο ξεκίνημά του διότι ο σκληρός κυνηγός, που είναι η ζωή, άλλα είχε ορίσει.

Κριτικές του βιβλίου

 [...] Μέσα από τις αφηγήσεις της Ευρυδίκης, ηρωίδας του έργου, γεννημένης στην Τασκένδη από οικογένεια πολιτικών προσφύγων, ξαναζούμε αληθινές στιγμές της Ιστορίας μας από το 1949 μέχρι σήμερα [...] Μια ωραία ιστορία, γραμμένη με τέχνη και συναισθήματα από την Ελένη Σαραντίτη. Με τη γνώση και την ωριμότητα του λόγου της. Ένα βιβλίο που πρέπει να διαβαστεί από όλους τους νέους (και όχι μόνο από τους νέους...). Γιατί εδώ σπαρταρά η καρδιά του τόπου μας. Ένα βιβλίο που εξυμνεί τον αγώνα και την ανθρωπιά και καταγγέλλει κομμάτια από τις τελευταίες περιπέτειες του τόπου μας, αγιάτρευτες ακόμα, εξαιτίας της αδιαφορίας των εκάστοτε κυβερνώντων.

Τ. ΔΑΝΕΛΛΗ
Ριζοσπάστης

Στους έφηβους απευθύνεται κατά κύριο λόγο το ένατο κατά σειρά βιβλίο της Ελένης Σαραντίτη. Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα που έχει θέμα του το οδοιπορικό μιας οικογένειας προσφύγων, αλλά και το ξετύλιγμα μιας τρυφερής πρώτης αγάπης ανάμεσα σε δύο νεαρά άτομα, που, λόγω συνθηκών, χωρίζουν βίαια... Με διαβατάρικα πουλιά, άλλωστε, μοιάζουν οι ήρωες του καινούριου βιβλίου της Σαραντίτη, αφού βίωσαν τριπλή προσφυγιά, κινδυνεύοντας ανά πάσα στιγμή από τις βολές του αόρατου κυνηγού που είναι η ζωή...

Ελευθεροτυπία

Όταν ο κυνηγός είναι η ίδια η ζωή, τότε εσύ τι και πώς να κυνηγήσεις; Η Ευρυδίκη είναι μια κοπελιά, που έζησε τα καλύτερα της χρόνια ανάμεσα σε δύο πατρίδες: την Τασκένδη και την Ελλάδα. Στην Τασκένδη πρόσφυγες, μετά τον Εμφύλιο, οι γονείς της κατάφεραν να ορθοποδήσουν και να θρέψουν την οικογένεια με ψωμί και με την ελπίδα της επιστροφής, του επαναπατρισμού. Όταν αυτή η ευλογημένη ώρα ήρθε, τα πράγματα δεν ήταν τόσο ρόδινα όσο στα όνειρα τους. Και η πατρίδα δε στάθηκε πιστή στις υποσχέσεις της· κυνήγησε τα βασανισμένα παιδιά της σαν να ήταν αποπαίδια. Όμως, όπως έλεγε η γιαγιά της Ευρυδίκης, «Θηρίο ο άνθρωπος, βάρδα μην αποφασίσει κάτι». Και η Ευρυδίκη είχε αποφασίσει να πάρει στο κατόπι τη ζωή και να την κυνηγήσει - για να μάθει [...]

Περιοδικό "Είναι"

Η άλλη Ευρυδίκη

Το «Κάποτε ο Κυνηγός...» είναι το συναρπαστικό εφηβικό μυθιστόρημα της Ελένης Σαραντίτη που πρόσφατα βραβεύτηκε με τον διεθνή έπαινο της UNESCO. Διαβάσαμε το βιβλίο με μεγάλο ενδιαφέρον. Συγκινηθήκαμε. Προβληματιστήκαμε. Ψηλαφήσαμε το «κεφαλαίο Π» με το οποίο η συγγραφέας σημαδεύει την ηρωίδα της και γίναμε δέκτες των συναισθημάτων της. Τα συναισθήματα απορρέουν από τη συνειδητοποίηση του τι σημαίνει «Πρόσφυγας, Παραδαρμένος, Παραμελημένος, Παρατημένος. Από πατρίδες κι από ανθρώπους». Και που για την Ευρυδίκη, τη νεαρή αφηγήτρια του μυθιστορήματος, σημαίνει πολύ περισσότερα, όπως: «Πόνος, Πίστη, Περηφάνια, Πατέρας, Παρών, Πατριώτης, Προαιώνιος. Και κάμποσα άλλα».

Πρόκειται για άλλη μία τραγική ιστορία ξεριζωμού και επαναπατρισμού στη μητέρα Ελλάδα. Μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ενωσης, η Ευρυδίκη, κόρη Ελλήνων εκπαιδευτικών από την Τασκένδη, ακολουθεί την οικογένειά της στα πατρογονικά εδάφη αναζητώντας μια καλύτερη ζωή. Μόνο που η πατρίδα, «ίδια κακιά μητριά», ακόμη μία φορά, μεταχειρίζεται τα παιδιά της σαν αποπαίδια, όσο κι αν αυτά επιμένουν να την αγαπούν.

Οι τρεις λέξεις που απαρτίζουν τον τίτλο του μυθιστορήματος προέρχονται από το ποίημα του Γ. Σεφέρη «Το σπίτι κοντά στη θάλασσα», τμήμα του οποίου η συγγραφέας παραθέτει, ως μότο, στην αρχή του βιβλίου.

«Τα σπίτια που είχα μου τα πήραν. / Ετυχε να 'ναι τα χρόνια δίσεχτα· πολέμοι, χαλασμοί, ξενιτεμοί / Κάποτε ο κυνηγός βρίσκει τα διαβατάρικα πουλιά / κάποτε δεν τα βρίσκει».

Στο «Κάποτε ο Κυνηγός...» η αφήγηση της νεαρής Ευρυδίκης ταυτίζεται με τον απόηχο του μονολόγου του Σεφερικού σύγχρονου Οδυσσέα που ομολογεί πως δεν έχει πια σπίτι να γυρίσει. Υπαίτιος δεν είναι παρά η ίδια η ζωή, ο αμείλικτος κυνηγός που καιροφυλακτεί να σημαδέψει τα διαβατάρικα πουλιά. Ξεφεύγει άραγε αλάβωτη η ηρωίδα, ακόμη κι όταν ο πρώτος της αληθινός έρωτας, σαν άλλος Ελπήνωρ της «Στροφής» του Σεφέρη, απομακρύνεται κι αυτός μαζί με τα σπίτια, τα ερημωμένα σπίτια, και σβήνεται, έτσι όπως «σβήνεται η γραφή» στην άμμο με το πρώτο φύσημα του μπάτη; Η απάντηση, που δίνεται στο τέλος του μυθιστορήματος, συνοψίζεται συμβολικά στον τελευταίο στίχο του Σεφερικού ποιήματος: «Ξέρεις, τα σπίτια πεισματώνουν εύκολα, σαν τα γυμνώσεις».

Το μυθιστόρημα της Ελένης Σαραντίτη αντανακλά τη σημερινή πραγματικότητα και εμπεριέχει μια πληθώρα μηνυμάτων που θ' αγγίξει κάθε ηλικία. Είμαστε βέβαιοι πως το «Κάποτε ο Κυνηγός...» θα αγαπηθεί τόσο από εφήβους όσο και από ενηλίκους.

"Τα μεγάλα παραπονεμένα μάτια των παιδιών καθώς προχωρούν με τα καραβάνια της δυστυχίας", μια εικόνα από την οποία κατατρύχεται η Ελένη Σαραντίτη και η οποία αποτυπώνεται στο έργο της.

Άκης Δ. Καπράνος: -Ποιο είναι το θέμα του βιβλίου σας;

Ελένη Σαραντίτη: -Το έργο αφορά μια οικογένεια Ελλήνων πολιτικών προσφύγων, οι οποίοι με την έναρξη του εμφύλιου κατέφυγαν στην Τασκένδη όπου ρίζωσαν και έζησαν μια καλή ζωή, αλλά οι αλλαγές στο σύστημα στη δεύτερη πατρίδα τους, και η φοβερή νοσταλγία για την πρώτη, τους ώθησε να επιστρέψουν στην Ελλάδα. Εδώ ο καθηγητής πανεπιστημίου  πατέρας, και η επίσης εκπαιδευτικός μητέρα, έπιασαν δουλειά σαν εργάτες γης και τα τρία τους παιδιά βίωσαν κάθε είδους ταπείνωση στο σχολείο και στα παιχνίδια.

Άκης Δ. Καπράνος: -Άραγε, μπορούν οι συγγραφείς παιδιών βιβλίων να αλλάξουν τον κόσμο με το έργο τους;

Ελένη Σαραντίτη: -Όχι, να αλλάξουμε τα πράγματα δεν μπορούμε. Μπορούμε όμως να μπούμε στον μυστικό κήπο των ονείρων των παιδιών μας, να μπούμε στην καρδιά τους με το χιούμορ, την κατανόησή μας και με την προσεγμένη γραφή μας, να αλλάξουμε τις συνειδήσεις τους.

Εφημ. Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 7-11-1997

"Ο τίτλος του προέρχεται από το ποίημα του Σεφέρη, που ήταν πρόσφυγας και ο ίδιος, "Το σπίτι κοντά στη θάλασσα". Παρομοίασα τους πρόσφυγες με τα ταξιδιάρικα πουλιά που τα κυνηγάει ο πλάστης και η φύση…".

Τα 'ταξιδιάρικα πουλιά" του βιβλίου είναι μια οικογένεια Ελλήνων πολιτικών προσφύγων, στην Τασκένδη της πρώην Σοβιετικής Ένωσης.

Κεντρικό πρόσωπο της αφήγησης η νεαρή Ευρυδίκη, που καταγράφει τη νέα προσφυγιά των δικών της ανθρώπων όταν φθάνει η ώρα του επαναπατρισμού στην Ελλάδα.
Ήρωες, ωστόσο, του βιβλίου θα μπορούσαν κάλλιστα να είναι "οι χιλιάδες ανώνυμοι οικονομικοί πρόσφυγες που φθάνουν στη χώρα μας από κάθε σημείο του ορίζοντα…"

Για τα όνειρα, τις νοσταλγίες και τις ελπίδες αυτών των ανθρώπων η Ελένη Σαραντίτη έγραψε ένα βιβλίο "βγαλμένο από την καρδιά μου", όπως λέει η ίδια. Ένα βιβλίο αφιερωμένο στα παιδιά:

"Ήθελα να δώσω κάτι στα παιδιά που θα τα ωθήσει να σκεφθούν. Τα βιβλία, ιδιαίτερα τα εξωσχολικά, μπαίνουν στα όνειρα των παιδιών, τα μπολιάζουν με ανθρωπιά. Αυτό επιθυμώ να συμβεί και με το δικό μου βιβλίο, ώστε αυτά τα φαινόμενα που παρατηρούμε γύρω μας να σταματήσουν να υπάρχουν".

Αντώνης Καρατζαφέρης
Δημοσιογράφος
Εφημ. ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΤΥΠΟΣ, 6-11-1997

Με το βιβλίο της Κάποτε ο κυνηγός…, το οποίο τιμήθηκε αρχικά με το Κρατικό Βραβείο παιδικής λογοτεχνίας του Υπουργείου Πολιτισμού και με το βραβείο του Κύκλου του Ελληνικού παιδικού βιβλίου, το 1997 η Ελένη Σαραντίτη απέσπασε έπαινο στον παγκόσμιο διαγωνισμό νεανικού μυθιστορήματος της UNESCO με θέμα την ανοχή και την κατανόηση.

Οι τρεις λέξεις που αποτελούν τον τίτλο του μυθιστορήματος ανήκουν στο ποίημα του Γ. Σεφέρη «Το σπίτι κοντά στη θάλασσα», τμήμα του οποίου η συγγραφέας παραθέτει στην αρχή του βιβλίου της:
«Τα σπίτια που είχα μου τα πήραν. / Έτυχε να 'ναι τα χρόνια δίσεχτα• πολέμοι, χαλασμοί, ξενιτεμοί / Κάποτε ο κυνηγός βρίσκει τα διαβατάρικα πουλιά / κάποτε δεν τα βρίσκει».

Πρόκειται για ένα εξαιρετικό νεανικό μυθιστόρημα που εξερευνά το θέμα της διαφορετικότητας των ανθρώπων και των λαών της εποχής μας. Με αυτό τον καλογραμμένο μύθο η συγγραφέας αγγίζει ένα από τα καίρια ζητήματα που αφορούν τη σύγχρονη κοινωνία και χτίζουν την ανθρώπινη ιστορία των ηθών και των συμπεριφορών που χάραξαν τα «καραβάνια της δυστυχίας» στην ατέλειωτη διαδρομή τους μέσα στον κόσμο.

Η υπόθεση του βιβλίου αναπτύσσεται ζωντανά και με δυναμισμό. Η σκηνοθεσία των προσώπων και η περιγραφή του περιπετειώδους οδοιπορικού της οικογένειας που πρωταγωνιστεί, αιχμαλωτίζει αμέσως το βλέμμα του αναγνώστη και γίνεται καθρέφτης των συναισθημάτων του. Οι διάλογοι, οι ανατροπές της ιστορίας και τα συναισθήματα που διοχετεύονται απλόχερα σε ολόκληρο το βιβλίο δημιουργούν μια πλοκή με αυτόνομο παλμό και αμείωτη ένταση.

Επιπλέον, οι εσωτερικές διακυμάνσεις του αναγνώστη ταυτίζονται εύκολα με αυτές των πρωταγωνιστών του βιβλίου. Αυτή η ταύτιση επιτυγχάνεται χάρη στον άμεσο τρόπο περιγραφής κάποιων απλών καθημερινών σκηνών που ξαφνικά μετατρέπονται σε τραύματα δίχως γιατρειά. Οι ψυχολογικές ανατροπές και τα απρόοπτα γεγονότα στη ζωή των ηρώων είναι ισχυρά (εκπατρισμός, ξενιτιά, προσπάθεια ενσωμάτωσης σε άγνωστες κοινωνίες, ρατσισμός, φόβος) και λειτουργούν αφυπνιστικά για το κοινό καθώς ο κάθε πρόσφυγας που γνωρίζουμε μέσα από τις σελίδες του βιβλίου θα μπορούσε να είναι ο οποιοσδήποτε ανώνυμος οικονομικός πρόσφυγας που κατέφυγε στη χώρα μας και ζει στη διπλανή μας πόρτα.

Με χιούμορ, κατανόηση και προσεγμένη γραφή, η Σαραντίτη παρουσιάζει την ιστορία μιας ελληνικής οικογένειας πολιτικών προσφύγων στην Τασκένδη της πρώην Σοβιετικής Ένωσης. Η νεαρή Ευρυδίκη, που είναι και η αφηγήτρια της ιστορίας, προσπάθησε να αφομοιώσει τα θετικότερα στοιχεία των δύο πολιτισμών και των δύο πατρίδων της και να αποδώσει με ρεαλιστικό τρόπο και εκφραστική ωριμότητα τα βιώματα της οικογένειάς της κατά την περίοδο των σαράντα χρόνων που περιγράφονται στο βιβλίο.

Ο Εμφύλιος πόλεμος, ο εκπατρισμός, οι προσπάθειες ένταξης κι επιβίωσης στην καινούρια πατρίδα, η νέα κοινωνία που τους περίμενε μετά τον ξεριζωμό, οι δεσμοί με τους ανθρώπους και η νοσταλγία της παλιάς πατρίδας αποτελούν τον ιστό της ιστορίας που το νεαρό κορίτσι μας διηγείται πλήρης συναισθημάτων και ωριμότητας.
Η οικογένεια της Ευρυδίκης έζησε μια δύσκολη ζωή. Η οικονομική κρίση που ξέσπασε στη Σοβιετική Ένωση, ο πόνος του αποχωρισμού της Ελλάδας και ο επαναπατρισμός τους σε έναν τόπο που τους αντιμετώπισε ως πρόσφυγες και όχι ως παιδιά του δημιουργούν ένα σκληρό σκηνικό κόπων, αδικίας και κοινωνικού ρατσισμού που δύσκολα πιστεύει κανείς πως είναι αληθινό. Ανάμεσα σε όλα αυτά, η Ευρυδίκη αναφέρεται με τρυφερότητα και συγκινητική γλυκύτητα στον πρώτο της έρωτα, ο οποίος παρέμεινε ανεκπλήρωτος κι εμποδίστηκε πριν καλά καλά ξεκινήσει μιας και συχνά άλλα θέλουν οι άνθρωποι κι άλλα ορίζει τελικά η ζωή.

Η οικογένεια της Ευρυδίκης παρουσιάζει αρκετές ομοιότητες με την παραδοσιακή ελληνική οικογένεια και αυτό καθίσταται σαφές μέσα από τις λεπτομέρειες της διήγησης της νεαρής κόρης. Ένα από τα ισχυρότερα χαρακτηριστικά αυτής της οικογένειας είναι οι άρρηκτοι δεσμοί αγάπης που συνδέουν τα μέλη της. Εξάλλου, η οικογένεια της Ευρυδίκης, ως γνήσιοι Έλληνες, λατρεύουν τον τόπο τους παρόλο που δεν έχουν ζήσει για καιρό στα πατρογονικά εδάφη. Μερικές φορές νοσταλγούν την Τασκένδη, η πραγματική πατρίδα τους όμως παραμένει η Ελλάδα, η χώρα καταγωγής τους που τελικά, «ίδια κακιά μητριά», θα τους προδώσει και θα τους κάνει να αισθανθούν απόπαιδα χωρίς δικαιώματα και μέλλον.

Εντούτοις, μέσα από το βιβλίο Κάποτε ο κυνηγός…, αναδύεται ένα αισιόδοξο μήνυμα για εκείνους που γνωρίζουν στη ζωή τους ταλαιπωρίες και ξεριζωμό και ταυτόχρονα ένα ηθικό δίδαγμα για όσους ευνοήθηκαν από τις συνθήκες και ζουν μια ήσυχη ζωή.

Όπως ο Οδυσσέας κατόρθωσε να ξαναβρεί την πολυπόθητη Ιθάκη μετά από χρόνια περιπλάνησης και ύστερα από τρομερές κακουχίες, έτσι και η οικογένεια της Ευρυδίκης, καθώς και όλες οι οικογένειες που της μοιάζουν, αξίζουν να ξαναβρούν τη χαμένη πατρίδα και να κερδίσουν το κομμάτι ζωής που τους αναλογεί σε αυτήν.
Ο κόσμος δεν μπορεί να αλλάξει μέσα από τις σελίδες ενός βιβλίου. Ένα τέτοιο βιβλίο όμως μπορεί να εισχωρήσει στους μαγικούς κόσμους των παιδικών ονείρων και της καρδιάς τους και να κινητοποιήσει την κατανόηση και το αίσθημα δικαιοσύνης σε μικρούς και μεγάλους, κι έτσι να αφυπνίσει τις συνειδήσεις μας.

Η ιστορία της Ευρυδίκης είναι ένα μάθημα ανθρωπιάς που ωθεί την κοινωνία να απαλλαγεί από τα μελανά σημεία της. Όντας τότε πιο δίκαιη, θα μπορεί να αγκαλιάσει με περισσότερη στοργή και κατανόηση τα παιδιά της, κι ειδικά εκείνα τα «άνθη της πέτρας», όπως θα έλεγε και ο Σεφέρης, που με πείσμα και μόχθο ξαναγύρισαν κοντά της μετά από ταλαιπωρίες και περιπέτειες μιας ολόκληρης ζωής.

Μαρία Πετρίτση

 

Π, που σημαίνει πρόσφυγας. παραδαρμένος, παραμελημένος

Το καινούργιο βιβλίο της Ελένης Σαραντίτη για τους εφήβους (μα και για τους ενήλικες) με τίτλο «Κάποτε ο Κυνηγός...», διεκδικεί μια θέση στην καρδιά των αναγνωστών, αλλά και μια διάκριση στον παγκόσμιο διαγωνισμό παιδικού και νεανικού βιβλίου της UNESCO, που προκηρύχθηκε με την ευκαιρία του Ετους Ανοχής.

Στους έφηβους απευθύνεται κατά κύριο λόγο το ένατο κατά σειρά βιβλίο της Ελένης Σαραντίτη. Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα που έχει θέμα του το οδοιπορικό μιας οικογένειας προσφύγων, αλλά και το ξετύλιγμα μιας τρυφερής πρώτης αγάπης ανάμεσα σε δύο νεαρά άτομα, που, λόγω συνθηκών, χωρίζουν βίαια.

Το βιβλίο, με τίτλο ««Κάποτε ο Κυνηγός...», κυκλοφόρησε λίγους μόλις μήνες μετά την έκδοση τού, κατά γενική ομολογία, ευρηματικού και ευαίσθητου βιβλίου της ««Καρδιά από πέτρα - Δώδεκα ιστορίες με ταξίμετρο» (εκδ. Καστανιώτη). όπου ο αναγνώστης παρακολουθεί βήμα βήμα το οδοιπορικό μιας γυναίκας στην πόλη - και στη ζωή - μέσα από τις διαδρομές της με διάφορα ταξί, όπου συμβαίνουν ενδιαφέροντα περιστσηκά, και όπου (λόγω της ανωνυμίας επιβατών και οδηγών) οι ψυχές ανοίγονται για να λυτρωθούν από το βάρος τους. Το έργο αυτό δεν απέσπασε μόνο κολακευπκά σχόλια από την κριτική, αλλά, πράγμα ουσιαστικότερο, αγαπιέται από τον αναγνώστη, λόγω της θερμότητας και της συγκίνησης που το ορίζει, αλλά και της δόκιμης γραφής του. Για το λόγο αυτό η «Καρδιά από πέτρα» ετοιμάζει την τρίτη έκδοσή της. Το μυθιστόρημα ««Κάποτε ο Κυνηγός...» χρωστά τον ωραίο του τίτλο στο ποίημα του Σεφέρη «Το σπίη κοντά στη θάλασσα», όπου ανάμεσα στους στίχους η συγγραφέας ξεχώρισε τους ταιριαστούς με το έργο της: «Κάποτε ο κυνηγός βρίσκει τα διαβατάρικα πουλιά/ κάποτε δεν τα βρίσκει». Με διαβατάρικα πουλιά, άλλωστε, μοιάζουν οι ήρωες του καινούργιου βιβλίου της Σαρανπτη, αφού βίωσαν τριπλή προσφυγιά, κινδυνεύοντας ανό πάσα στιγμή να χτυπηθούν από τις βολές του αόρατου κυνηγού που είναι η ζωή.. Η ιστορία είναι γραμμένη σε πρώτο πρόσωπο και αφορά μια οικογένεια πολπικών προσφύγων (από την Τασκένδη): Οι γονείς, τα τρία παιδιά και η πολυπαιδεμένη αλλά αδάμαστη γιαγιά. Το μεγαλύτερο από τα παιδιά, η νεαρή πια Ευρυδίκη, είναι η αφηγήτρια του έργου, είναι αυτή που με λόγια απλά και συγκεκριμένα, αλλά γεμάτα ειλικρίνεια και ευαισθησία, θα μας πάει πίσω, στις φοβερές μνήμες της γιαγιάς της, και στις μέρες που ακολούθησαν τον εμφύλιο, όταν διαλύθηκαν οικογένειες, χωριό και πόλεις, κι οι άνθρωποι σκόρπισαν τρομοκρατημένοι, σαν τα πουλιά στην κακοκαιρία. Ενα τέτοιο πουλί της καταιγίδας ήταν η γιαγιά της Ευρυδίκης. Που βρέθηκε, έπειτα από τον αδελφοκτόνο διχασμό και έπειτα από αμέτρητες περιπέτειες, στην Τασκένδη, χήρα, μ’ ένα μικρό παιδί. Και που, παρά ης δυσκολίες και την αβάστακτη και φοβερή νοσταλγία για τον τόπο που άφησαν, ορθοπόδησαν, στέριωσαν οικογένεια, προόδευσαν, αγάπησαν την καινούργια πατρίδα. Εως ότου, στα μέσα της δεκαετίας του ’80, αποφάσισαν (όπως και πολλοί άλλοι εκπατρισθέντες) να γυρίσουν στην Ελλάδα, όπου τους περίμενε μια νέα προσφυγιά: εργάτης γης, ο καθηγητής πανεπιστημίου πατέρας, καθαρίστρια η δασκάλα μητέρα, σπίτι τους μια εγκαταλειμμένη αποθήκη στον κάμπο των Τρικάλων. Και όμως, μέσα σ' εκείνες τις συνθήκες δουλειάς, ένα φως φάνηκε: ο έρωτας ανάμεσα στην Ευρυδίκη και το φοιτητή γιο του αφεντικού τους μεγαλοκτηματία.

Μια τρυφερή κι ενθουσιώδης πρώτη αγάπη που κυνηγήθηκε, διώχθηκε ανελέητα.

Αλλά εδώ θα αφήσουμε μόνο του τον αναγνώστη να ανακαλύψει τα όσα διαδραματίζονται στην ανθρώπινη, συγκινητική και απολύτως αληθινή αυτή ιστορία. Ποιος δεν γνωρίζει, άλλωστε, από πόσες δοκιμασίες πέρασαν και περνούν οι επαναπατρισθέντες μας; Ποιος δεν βίωσε ή δεν άκουσε την ασυνέπεια της γλυκιάς μας πατρίδας; Και ποιος δεν γνωρίζει τι σημαίνει πρώτη αγάπη; Η Ελένη Σαραντίτη εργάστηκε πολύ γι’ αυτό το βιβλίο. Συγκέντρωσε στοιχεία, συνάντησε πρόσφυγες, βρήκε σημειώσεις, άκουσε ατέλειωτες διηγήσεις. Γνώρισε και μια θαυμάσια νεαρή γυναίκα, επιστήμονα, από την Τασκένδη, οι συγγενείς της οποίας από τα ίδια, σχεδόν, με την οικογένεια του βιβλίου κανάλια πέρασαν και αυτοί. Και πάνω απ’ όλα, η συγγραφέας κοπίασε γιατί και σε αυτό το βιβλίο, όπως και σε όλα τα προηγούμενα, άφησε μέρος της καρδιάς της, μια και η ίδια πιστεύει ότι λογοτεχνία χωρίς ταραχή και συμμετοχή καρδιάς ’ δεν γράφεται.

Αξίζει δε να παραθέσουμε λίγες αράδες από την αρχή της αφήγησης της τρυφερής και θαρραλέας Ευρυδίκης:

«...Θυμάστε την ηρωίδα του Ναθάνιελ Χόθορνι στο Αλικο Γράμμα; Εστερ Πριν τ’ όνομά της. Υποχρεώθηκε να κολλήσει στο στήθος της ένα κεφαλαίο κατακόκκινο Α, που σήμαινε ατίμωση. Κι εκείνη το κέντησε, το στόλισε, το έφτιαξε σαν κόσμημα και το φόρεσε με καμάρι, γιατί ήξερε, αυτή μόνο, πως το άλικο γράμμα σήμαινε και Αγάπη και Αθωότητα, Ανυποταγή και Αιωνιότητα. Υποχρεώθηκα κι εγώ να κολλήσω στα φύλλα της καρδιάς μου ένα Π, που σημαίνει Πρόσφυγας, Παραδαρμένος, Παραμελημένος. Από πατρίδες κι από ανθρώπους. Για μένα όμως σημαίνει κι άλλα, όπως: Πόνος, Πίστη, Περηφάνια, Πατέρας, Παρών, Πατριώτης...».

Και λίγες γραμμές από το τέλος:

«...Από τα μάτια μου ήταν, που μπούκωσαν και φορτώνονταν ώρες, αλλά δεν τ’ άφηνα να τρέξουν, να καθαρίσουν, ν’ αναστενάξει λίγο η καρδιά μου, να ελαφρύνει, δεν τα ελευθέρωνα γιατί είχα αποφασίσει ότι ο καιρός των δακρύων είχε περάσει. “Θηρίο ο άνθρωπος”, έλεγε η γιαγιά, “βάρδα μην αποφασίσει κάτι”. Κι εμείς ήμασταν αποφασισμένοι».

Πληροφοριακώς δε: σε σχολεία, στα οποία καλείται τις τελευταίες μέρες για να συζητήσει με τα μεγάλα παιδιά ή να τους διαβάσει σελίδες από το καινούργιο της έργο (το οποίο, σημειωτέον, κοσμούν πίνακες Ρώσων ζωγράφων των αρχών του αιώνα), εισπράττει τον ενθουσιασμό και τη συγκίνηση των παιδιών για το «Κάποτε ο Κυνηγός...». Η σπουδαιότερη - θα λέγαμε - ανταμοιβή για μία συγγραφέα, της οποίας, επιπλέον, το νέο της μυθιστόρημα διεκδικεί μια διάκριση στον παγκόσμιο διαγωνισμό παιδικού και νεανικού βιβλίου της UNESCO, που προκηρύχθηκε με την ευκαιρία τους Ετους Ανοχής.

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 29-05-1996