Ο Κάβος του Αγίου Αγγέλου

μυθιστόρημα
ISBN: 
960-03-2556-1
Τόπος: 
Αθήνα
Εκδόσεις: 
Καστανιώτης
Έτος: 
2000
Σελίδες: 
599

Πώς και γιατί βρέθηκε ο Μιγκέλ Θερβάντες στα ανήσυχα νερά του Κάβο Μαλιά; Και γιατί έμεινε, για ένα διάστημα, άπραγος στην Ελαφόνησο; Τι γύρευε ο Θεόδωρος Μαργέτης, άρχοντας από τη Μονεμβασιά, στη μακρινή Κεϋλάνη του 1800; Και τι είχε προφητέψει ο Γκαίτε όταν συναντήθηκε μαζί του στο "Καφέ-Φλοριάν" της Βενετίας; Ερωτήσεις που απαντά η ιστορία τεσσάρων σπουδαίων γυναικών, "τέσσερις γενιές της ίδιας φαμέλιας, 120 χρόνια στη γη της Λακωνίας, όπου έρωτες και μάχες, στέρηση και ταπείνωση, εκδίκηση και πράξεις θεϊκές, θυσίες και ολοκαυτώματα, προδοσίες, απώλειες, αλλά και η λατρεία της ζωής, δεν έχουν αρχή και τέλος."

Απόσπασμα: 

Η Ευγενία πρωτοφόρεσε το περιδέραιο ακριβώς στις 29 Σεπτεμβρίου του 1845. Μόλις έκλεισε τα δεκατέσσερα. Στην ίδια ηλικία που το πρωτόβαλε κι η μητέρα της. Η κοπέλα το περιέβαλε με θαυμασμό, μια δόση υπερηφάνειας και έξαψης, αν και όχι με τη λαχτάρα που το άγγιζε η Πελαγία. Είχε βέβαια ακούσει, όχι μονάχα μια φορά, τα σχετικά με την απόκτηση του παμπάλαιου και πανέμορφου κοσμήματος, μνημόνευε κάπου - κάπου κι αυτή τον πρόωρα χαμένο κι αγιάτρευτα ερωτευμένο Θεόδωρο Μαργέτη, ο Μάρκος, ο παππούς της, όσο ζούσε τους μιλούσε για μια Εγγλέζα, μακριά στα ξένα, πολύ μακρύτερα από την Αγγλία, "ακριβώς στην άκρη του κόσμου", έλεγε, μια μικροπαντρεμένη, χιονάτη και ξανθή και ρόδινη σαν ανθισμένο δέντρο, όμορφη, να χάνεις το νου σου, όπως τον έχασε και ο Θεόδωρος, ο Μονεμβασιώτης σοϊλής εξάδελφος. Αλλά αυτός, έλεγε, δεν έχασε μονάχα το νου του, έχασε και τη ζωή του από τον έρωτα. Και κρίμα που δεν βάσταξε έστω και λιγάκι παραπάνω, μπορεί και να μην πέθαινε τελικώς αν αντίκριζε το -αλίμονο- υπερβολικά αργοπορημένο θαύμα, που έστειλε η μοίρα ένα αυγουστιάτικο πρωινό του 1820, όταν ο ήλιος πύρωνε το βράχο της Μονεμβάσιας και σημάδευε κατακέφαλα ανθρώπους, ζώα και φυτά.

Πουθενά αεράκι, όλα τα πορτοπαράθυρα ήταν κουφωμένα, δεν είχαν πιάσει ακόμα τα μελτέμια, καθυστερούσαν εκείνη τη χρονιά, ένα μούδιασμα κατείχε τους περισσότερους, προπαντός τους ηλικιωμένους που 'μεναν στα κατώγια, φλογισμένα κι αυτά, μονάχα τα παιδιά και τα σκυλιά τριγυρνούσαν δώθε - κείθε απτόητα, ερευνώντας, ψάχνοντας το καθημερινό αναπάντεχο. Και όντως ήρθε, με τη μορφή ενός κατάλευκου καμαρωτού τρικάταρτου που παρουσιάστηκε σαν να αναδύθηκε μέσα από τα κύματα ή μέσα από ένα χαμένο όνειρο. Ατάραχο. Σαν τη θάλασσα που ήταν λάδι, τις ακίνητες μουριές, τ' αμπέλια που δεν ανάσαιναν, και τον ελαιώνα πέρα από τη δημοσιά, που φρύγονταν με συνοδεία τις φωνές των τζιτζικιών. Τίποτα δεν σάλευε, σαν ο τόπος να είχε μαρμαρώσει μαγεμένος και μέσα από τα μάγια να είχε ξεπροβάλλει το ιστιοφόρο, όμορφο σαν θαλασσοπούλι, νεαρό και γυαλιστερό σαν πουλάρι. Είχε καταπλεύσει, φαίνεται, από το ξημέρωμα γιατί κανένα από τα παιδιά δεν το 'δε να πλησιάζει, μα ακόμα σιωπούσε, καμιά κίνηση επάνω τους κι ας μεσημέριαζε, και μονάχα οι γλάροι και οι μίχοι τράνταζαν ελαφρά τους κάβους ή τον πλωριό παπαφίγκο. Στην πρύμνη η αγγλική σημαία κρεμόταν χαλαρή, σαν ξεχασμένη. Μα ήταν η άπνοια που την έκανε να μοιάζει μετανιωμένη και το μακρύ και κοπιαστικό ταξίδι που είχε εξαντλήσει τους πάντες μέσα στο πλεούμενο. "Captain Morgan", τ' όνομά του.

Πολύ αργότερα άρχισαν να αποβιβάζονται με δύο βάρκες άτομα άγνωστα, έντεκα τον αριθμό, "Εγγλέζοι" είπαν κι ο κόσμος συγκεντρώθηκε, μικροί και μεγάλοι, κι από το κάστρο, σταλμένοι από τον βοεβόδα, ο καϊμακάμης, ένας δραγουμάνος με δυο τρεις οπλοφόρους, πρόκριτοι, ψαράδες, ο ντελάλης, περαστικοί έμποροι, χαμάληδες, βαρκάρηδες. Και παιδιά, ένα τσούρμο, τα οποία μπήκαν στη θάλασσα ανερώτητα, στην αρχή μέχρι τα γόνατα, κι έπειτα κολυμπώντας, προσπαθώντας να πλευρίσουν το "Captain Morgan", πλην αδύνατο γιατί οι ναύτες που βολτάριζαν στο κατάστρωμα είχαν τα μάτια τους δεκατέσσερα. Άλλωστε το δράμα παιζόταν έξω, στην παραλία, όπου μια ξανθή γυναίκα, τριάντα πέντε - σαράντα χρονών και μεγάλης ομορφιάς, είχε γονατίσει επάνω στην άμμο και στα χαλίκια που έκαιγαν, πλάι στα γιαλολάχανα και στ' αρμυρίκια, είχε γείρει το κεφάλι που ήταν ξέσκεπο καθώς η λευκή ολομέταξη μαντίλα είχε γλιστρήσει στους ώμους, και ασπαζόταν τη γη και τις βάρβαρες πατημασιές. Αυτή η γυναίκα είχε πλάι της και μιαν άλλη, πολύ μικρότερή της, αλλά εξίσου ωραία, και ίσως ωραιότερη, γιατί χρυσορόδιζε το προσωπάκι της κι η ζέστη το φούντωνε κι έμοιαζε με τους αγγέλους που παραστέκουν τον Ιησού στις εικόνες της Γέννησης, κοπέλα πάνω στα καλά της που έσκυβε πάνω από την ώριμη κυρία και "Come.. Come… Mother… Oh, Mother… "έλεγε και ξανάλεγε και αναστατωνόταν τ' όμορφό της πρόσωπο και το κομψό της καπελάκι είχε τραβηχτεί στο πλάι. Μα η μάνα της δεν σηκωνόταν, κάτι μουρμούριζε κι έκλαιγε, ένα βαθύ μυστικό ψιθύριζε, κατάδικό της όμως γιατί μονάχα τα χείλη της κουνιόνταν. Κι αυτά ανεπαισθήτως. Και μήτε την έμελλε ότι όλοι την κοίταζαν παραξενεμένοι, και ξένοι και δικοί, μέχρι και τα παιδιά είχαν επιστρέψει από την αναγνωριστική έφοδο στα βαθιά και την είχαν τριγυρίσει. Αυτή καλά - καλά ούτε που τους έβλεπε. Σαν να μην ήταν εκεί, σαν να βρισκόταν σε μιαν άλλη χώρα. Και σαν να κρυφομιλούσε με αόρατο πλάσμα λατρεμένο. Ή σαν να συνομιλούσε με τον Θεό. Γιατί κάθε τόσο ανασήκωνε το λευκό και γαλανό δακρυσμένο πρόσωπο προς τον ουρανό. Κι αφού της τέλειωσαν τα προσκυνήματα και οι γονυκλισίες, ζήτησε, μέσω του δραγουμάνου φυσικά, να επισκεφθεί το κοιμητήριο. Και το μνήμα όπου είχε κλείσει το ταλαιπωρημένο σώμα του αγαπημένου της. Που δεν ήταν άλλος από τον Θεόδωρο Μαργέτη. Που πέθανε με τ' όνομά της στα χείλη του. "Ρουθ…", "Ρουθ…", Και πάλι "Ρουθ…" έλεγε και ξανάλεγε και γλύκαινε το αδυνατισμένο, κατακίτρινο πρόσωπό του…

Για τέτοια μυθική αγάπη μιλούσε ο Μάρκος, συχνότερα όσο περίσσευε ο καιρός του, και λιγόστευαν οι μέρες του, και πια στα γεράματα πρόσθετε και καινούριες πληροφορίες με πολλές λεπτομέρειες στη διήγησή του, ότι βέβαια μαζεύτηκε ο κόσμος όλος να ιδεί τη Ρουθ, εκατοντάδες, Έλληνες και Τούρκοι και Αρβανίτες και διακονιαραίοι, τρατάρηδες και πλανόδιοι και αρκετές γυναίκες και κοριτσόπουλα και δεν άργησε να σχηματισθεί μια πομπή η οποία πλάταινε διαρκώς, παρά το λιοπύρι, και όλοι, ακόμη και τα νήπια, βάδιζαν πίσω από τη Ρουθ σιωπηλοί και συνεσταλμένοι. Σαν σε λιτανεία. Με μια ελαφρά ζάλη κατάσαρκα, κι ένα βουητό στο μυαλό. Αγάπης ζάλη. Και βουητό γλυκό, που έμπαινε στο αίμα κι από εκεί προχωρούσε στα γόνατα και τα λίγωνε και γλύκαινε το νου που κάλπαζε μέχρι την άκρη του κόσμου, μέχρι εκεί όπου άνθησε ο έρωτας ανάμεσα στον Θεόδωρο και τη Ρουθ, έρωτας που τώρα φτερούγιζε επάνω και γύρω από την πομπή, σαν άγγελος παραστάτης. Και όχι, η Ρουθ δεν δέχθηκε την πρόσκληση του Βοεβόδα της Μονεμβάσιας να φιλοξενηθεί στο μέγαρό του. Το μόνο που έκανε ήταν ν' αναζητήσει το πατρικό του Θεόδωρου. Εκεί απ' έξω στάθηκε λίγα λεπτά σε στάση προσοχής, ατενίζοντας συγχρόνως το βορινό παράθυρο του επάνω ορόφου με τα χείλη της πάλι ν' αναδεύονται, ανάμεσα σ' ένα πελώριο πλήθος που κι αυτό αναδευόταν, καθώς στο φως από τις τελευταίες αχτίδες του απογεύματος, αντίκρισαν το πρόσωπο, του από εξαετίας, περίπου, συχωρεμένου Θεόδωρου να τους κοιτά στοχαστικό μα ευφρόσυνο. Και ξανανιωμένο. Σαν εφηβικό. Έπειτα ένας Τούρκος καϊκτσής, ο οποίος στιγμή δεν είχε αφήσει από τα μάτια του μάνα και κόρη, απομακρύνθηκε από το πλήθος τρέχοντας και πήγε και κάθισε στο χαμηλότερο σκαλοπάτι της Παναγίας της Χρυσαφίτισσας, περιμένοντας με σταυρωμένα χέρια και πόδια. Και όταν οι ξανθομάλλες ξένες πέρασαν απ' εμπρός του, άρχισε να τραγουδά σε σκοπό παραπονεμένο.

 

Ιντζί, Σενσίν ουζελερίν τζιντζί
Γιουλ Μπεν αγκλαρούμ σεν γκιούλ
Μαργαριτάρι, Εσύ ομορφότερη απ' όλες
Τριαντάφυλλο, Ας είναι συ ευτυχισμένη 
κι οι πίκρες σου ας γίνουν δικές μου

 

Έγερνε ο ήλιος την ώρα που σαλπάρισε το ωραίο τρικάταρτο. Και κάπως πήρε να φυσά. "Χτυπούν οι άγγελοι τα φτερά τους που η αγάπη έζησε κι έσχισε τις εφτά θάλασσες, είπαν. Και δροσίζεται κι ευχαριστιέται ο κόσμος". Όλοι συμφώνησαν. Και ο Μάρκος, μόλις το 'μαθε, "αχ!" αναστέναξε ευχαριστημένος, "αχ!" ξανάκανε. "Την περίμενα τη Ρουθ", είπε. "Μόνο που δεν ήξερα πότε θα φανεί". Και τώρα χαιρόταν. Στην καρδιά του είχε ένα καντάρι μέλι. Μα δεν τον βάραινε. Αντιθέτως το αισθανόταν σαν τα φτεράκια της πεταλούδας.

Κριτικές του βιβλίου

[...] Αλλά μπορεί κανείς στην εποχή μας να μείνει εμβρόντητος μπροστά σ' ένα βιβλίο; Να όμως που μπορεί. Εκατόν είκοσι χρόνια ζωής ελληνικής καλύπτει η Ελένη Σαραντίτη. Με ήρωες που βιώνουν τη συνταρακτική ιστορική πραγματικότητα του περασμένου αιώνα, και θρύλους, παραδόσεις και μυστικά μέσα από τέσσερις γενιές στη Λακωνία των προεπαναστατικών χρόνων αλλά και στην περίοδο της Επανάστασης του '21. Αυτό όμως που μαγεύει κυριολεκτικά τον αναγνώστη και τον κάνει να νιώθει ένα ιερό ρίγος είναι που η Ελένη Σαραντίτη εισχωρεί στα σπλάχνα βαθιά του ελληνικού λόγου. Όλων των εποχών, όλων των ειδών, από καθαρεύουσα μέχρι ντοπιολαλιά, αγγίζοντας, ενίοτε, και τη φυλλάδα του Μεγαλέξαντρου και την ερωτική γλύκα του Ερωτόκριτου, με γενικό πλαίσιο ένα δικό μας ποιητικό ρεαλισμό, ένα μπαρόκ, ίσως, με την έννοια του σύνθετου και του απρόβλεπτου ένα ξεχωριστό επίπεδο-πραγματικότητας, με δικό μας ρυθμό και αρμονία... Μαζί με τους χρησμούς, μια πνοή έντονου ερωτισμού διασχίζει το κείμενο και φλογίζει με λέξεις, μία μία διαλεγμένες, σαν πετράδια σε εκπάγλου ομορφιάς κόσμημα, ένα περίλαμπρο σύνολο, σπουδαίο όσο και πολύτιμο, μια ομορφιά πρωτοείδωτη, βγαλμένη από το σώμα της γλώσσας μας που φθίνει τώρα, αλλά στο βιβλίο δείχνει απέραντη και ατελείωτη και εκτυφλωτική, να σε αφήνει έκθαμβο [...]

Μ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ Τα Νέα

 

[...] Διαβάζοντας τον Κάβο τον Αγίου Αγγέλου της Ελένης Σαραντίτη, νιώθει κανείς έντονο το συναίσθημα του ταξιδιού. Σε άλλη εποχή, σε άλλο ύφος, σε άλλη διάσταση. Ένα είδος γραφής που δεν το βρίσκει κανείς στα «μπεστ σέλερ» της δημοσιογραφικής λογοτεχνίας, ένα βιβλίο «ιστορικό μυθιστόρημα», με πλοκή, συναίσθημα και δύναμη, ένα βιβλίο που στοχεύει στην ψυχή του αναγνώστη και επιθυμεί να του αφήσει «κάτι» μετά το διάβασμα της τελευταίας του σελίδας [...]

Δ. ΚΑΠΡΑΝΟΣ Καθημερινή

[...] Διατηρώντας ακριβή και αναλλοίωτα τα ιστορικά στοιχεία της προεπαναστατικής και μετέπειτα περιόδου, στοιχεία που περιέχουν ατομικό και συλλογικό πόνο, ματωμένους αγώνες για την ελευθερία, θυσίες και κοινωνικά δράματα, η συγγραφέας Ελένη Σαραντίτη, στο μυθιστόρημα της Ο Κάβος τον Αγίου Αγγέλου, δημιουργεί επάλληλα λογοτεχνικά στρώματα, αναδΰοντας το γλωσσικό και πολιτιστικό άρωμα μιας πολυποίκιλης και βαριάς κληρονομιάς. Έτσι ο φοβερός Καβο-Μαλιάς ή Κάβος του Αγίου Αγγέλου συμβολοποιείται και γίνεται πέρασμα από τη φθορά στην αθανασία. Με ηρωίδες κυρίως γυναίκες, η συγγραφέας πλάθει μια μοναδική ερωτική ατμόσφαιρα, όπου όλα τυλίγονται σε ένα ανάλαφρο ερωτικό μαγνάδι... Το μυθιστόρημα είναι συγχρόνως ανίχνευση άγνωστων πλευρών του αγώνα των γυναικών στη χώρα μας, αριστοτεχνική σύνθερη παραδόσεων διαφορετικών ιστορικών περιόδων, αρχαιοελληνικής, βυζαντινής και νεότερης, κριτική στον κούφιο και επιδερμικό κοσμοπολιτισμό που δεν περιέχει κοινωνικές αγωνίες και συλλογικά οράματα. Συγχρόνως, υποδόρια και με βάση το παρελθόν, φωτίζεται το πρόβλημα της μετανάστευσης... Στο έργο οι γυναίκες είναι φορείς συλλογικής μνήμης αλλά και ενεργητικής πάλης σε δύσκολους καιρούς, σε τέτοια έκταση μάλιστα, ώστε να εμφανίζονται ως ρυθμιστές σημαντικών κοινωνικών καταστάσεων [...]

Π. ΓΕΩΡΓΟΥΔΗΣ Ελευθεροτυπία

[...] Μια τοιχογραφία εποχής, ένα λυρικό, ηρωικό δράμα, «μουσικό» συχνά από τους ήχους λέξεων που ακούγονται σαν ελληνικές μελωδικές νότες, είναι το καινούριο μυθιστόρημα Ο Κάβος τον Αγίου Αγγέλου της Ελένης Σαραντίτη. Η συγγραφέας κεντά με τη «χρυσή κλωστή» της πένας της μία μία τη λέξη πάνω στον αιματοβαμμένο καμβά της Ελλάδας. Η πλούσια φαντασία της, υποβασταζόμενη από ιστορικά στοιχεία, μας ταξιδεύει στο παρελθόν, διηγούμενη την ιστορία μας, που, ηθελημένα ή μη, δεν μας δίδαξαν στο σχολείο... Γιατί άραγε; Ο παππούς της ιστορίας λέει χωρίς δισταγμό: «Δεν ξέχασαν. Σκοπιμότητες...» Ίσως σκόπιμα και οι ιστορικοί «παρέλειψαν» να αναφέρουν την δεκαοκτάχρονη Κωνσταντία, την κόρη του Ζαχαριά Μπαρμπιτσιώτη, που πρώτη αυτή σήκωσε το λάβαρο της Επανάστασης στη Σπάρτη. Με πρόφαση την ιστορία τεσσάρων γυναικών της ευλογημένης λακωνικής γης... η συγγραφέας μας θυμίζει όσα δεν πρέπει να ξεχάσουμε αλλά και όσα οι άλλοι «λησμόνησαν». Πρόκειται για ένα εξαιρετικό μυθιστόρημα που αξίζει να διαβαστεί, καθώς περιγράφει στιγμές ερωτικές, πατριωτικές, προδοτικές, θλιβερές, απάνθρωπες, αλλά και θεϊκές [...]

Τ. ΔΑΝΕΛΛΗ Ριζοσπάστης

Saranditi tells the life story of four women, members of the same family but each belonging to a different generation, who grew up in Neapoli, a small town in the southeastern Peloponnese, which also happens to be the author's birth-place. The novel celebrates - and this constitutes its central theme - the family's strong sense of loyalty and tradition, qualities that unite its members against diversity and misfortune. Moreover, the author is able to give her work its wide fictional spectrum by amplifying to the fullest her pervasive - one is tempted to say Proustian - sense of time and place. As a result, her narrative becomes replete with allusions to Greece's classical past, and in particular to the ancient city of Spartan and at one point, we are reminded that the place-name Cape Saint Angel -it provides not only the novel's title but also its main setting -had been coined by Portuguese sailors, who used it to refer to "Cavo Malea", the turbulent sea lanes off the southeastern Peloponnesian coast. The author recounts to us as well Ulysses' description of Cavo Malea, given to his father after his return to Ithaca. It is this deft blending of truth and legend, the imaginative handling of fact and fiction, which, coupled with the realistic portrayal of people, gives the novel its unique sociohistorical matrix.

In conclusion, one can say that the linguistic richness of Saranditi's novel enhances its scope and depth as a whole.

Elisabeth Matthew
University of Athens
WORLD LITERATURE TODAY, Autumn 2000

Η δικαιοσύνη της ζωής, η απαίτηση της μνήμης, το πανταχού παρόν παρελθόν, ο πόνος και η νοσταλγία ως ομορφιά και τροφή ψυχής, είναι τα σημεία αναφοράς του μυθιστορήματος από όπου περνώντας οι ήρωες φθάνουν σε εκρήξεις καρδιάς, σε πράξεις ανήκουστης γενναιότητας.

Μέσα από γοητευτικότατες ιστορίες ανθρώπων ζούμε συγκλονιστικές πράξεις ηρώων, κάποτε μάλιστα ξεχασμένων ή παραμελημένων για όγους σκοπιμότητας. "Ο Κάβος του Αγίου Αγγέλου" έχει τη δύναμη να σε οδηγεί κατευθείαν στην καρδιά ασύλληπτων γεγονότων, ιστορικών και κοινωνικών, από αυτά που προετοίμασαν την έκρηξη του '21 ως θυσία των απελπισμένων, αυτών που μοναδική τους περιουσία ήταν η "Ιερή Γνώση", κατά την έκφραση της συγγραφέως, που μας έδωσε ένα βιβλίο που στοχεύει ίσια στην ψυχή, γλυκαίνοντάς την.

Δημήτρης Καπράνος
Εφημ. Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 1-8-2000

Η Σαραντίτη από τα πρώτα κιόλας βιβλία της, έδειξε σπουδή και σεβασμό στη γλώσσα. Η ποιότητα του λόγου και η υψηλή στάθμη του οφείλονται στην ταπεινή απόσταση που πήρε η λογοτέχνης από τα ελληνικά, για να τα μελετήσει. Με την τελευταία της δουλειά καταθέτει μια ενάρετη γραφή και συχνά μπαίνει στα εδάφη της ποίησης με λιτές και μικρές προτάσεις. Λόγος κοφτός, άμεσος, διάφανος, σε ό,τι κι αν καταγράφει χαρακτηρίζεται από μεγάλες χρονικές διακυμάνσεις. Άλλοτε με παλαιούς γλωσσικούς τύπους, άλλοτε με διαλέκτους πιο κατοπινές, εισάγει τον αναγνώστη σ' ένα κλίμα καθημερινής λαλιάς, χάρη στο ενιαίο και σφαιρικό απάνθισμα των ελληνικών. Με το χάρισμα της φυσικής γλώσσας ως αναπνοής, πήρε πάλι ζωή ο γνωστότατος - άγνωστός μας Κάβος του Αγίου Αγγέλου.

Αθήνα Παπαδάκη
Ποιήτρια
Εφημ. ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 12-5-2000

Μαγικό ταξίδι στον «Κάβο του Αγίου Αγγέλου»

Διέπλευσε τον... «Κάβο του Αγίου Αγγέλου» για ένατη φορά, πιστοποιώντας την ξεχωριστή αξία της έκδοσης, η γνωστή συγγραφέας Ελένη Σαραντίτη, που το μυθιστόρημά της συμπλήρωσε τις εννέα εκδόσεις οπτό τον «Καστανιώτη»!

Πρόκειται για μια αφήγηση ψυχής, που ανατρέχει την ιστορία από τα προεπαναστατικά χρόνια, όπου «τέσσερις σπουδαίες γυναίκες, τέσσερις γενιές της ίδιας φάμελιάς, εκατόν είκοσι χρόνια στη γη της Λακωνίας, όπου έρωτες και μάχες, στέρηση και ταπείνωση, εκδίκηση και πράξεις θεϊκές, θυσίες και ολοκαυτώματα, προδοσίες, απώλειες, αλλά και η λατρεία της ζωής δεν έχουν αρχή και τέλος».

Πώς και γιατί βρέθηκε ο Μιγκέλ θερβάντες, συγγραφέας του «Δον Κιχώτη», στα ανήσυχα νερά του Κάβο Μαλιά και γιατί για ένα διάστημα έμεινε άπραγος στην Ελαφόνησο;

Τι συζητούσε ο Θεόδωρος Μαργέτης με τον Γκαίτε στη Βενετία, πριν ο αριστοκράτης Μονεμβασίτης επιστρέφει στην πατρίδα του, πώς σηκώθηκε το λάβαρο της Επανάστασης στη Σπάρτη από τη δεκαοκτάχρονη κόρη του καπετάν Ζαχαρία Μπαρμπιτσιώτη;

Ερωτηματικά για τα Βάτικα και τη Λακωνία της ιστορίας και των ανθρώπων της, γραμμένα από μια συγγραφέα που κατέχει όσο λίγοι την τέχνη της αφήγησης.