«Δεν είμαστε οι χειρότεροι Ευρωπαίοι»

Συνέντευξη στην Ελπίδα Πασαμιχάλη

Αναδημοσίεση από το bookbar.gr

 «Δεν είναι καθόλου τεμπέληδες οι Έλληνες»

Σε αυτούς τους δύσκολους καιρούς προσβλέπουμε στους πνευματικούς ανθρώπους και στους λογοτέχνες για να μας διαφωτίσουν και να μας στηρίξουν. Ίσως μάλιστα το δεύτερο να είναι και το πιο σημαντικό. Αυτή ακριβώς τη στήριξη αισθάνθηκα στη συζήτηση που είχα με την συγγραφέα Ελένη Σαραντίτη, στην ευαισθησία της οποίαςσυνάντησα, αυτό που εν τέλει προσδοκούμε από τους δικούς μας λογοτέχνες, από τους δικούς  μας ανθρώπους και μάλιστα τους πνευματικούς : Ένα λόγο διαυγή, ένα λόγο συνετό  και ένα λόγο παρηγορίας. Ελπίζω να το αισθανθείτε κι εσείς.

Συγγραφέας εννέα βιβλίων για ενηλίκους και επτά βιβλίων για εφήβους και παιδιά, η Ελένη Σαραντίτη είναι μια από τις πιο σημαντικές, ευαίσθητες, στοχαστικές και συνεπείς σύγχρονες λογοτεχνικές παρουσίες. Η ελληνική ιστορία και η ελληνική πολιτιστική κληρονομιά μελετώνται σε βάθος και δίνουν έμπνευση στα περισσότερα βιβλία της, όπως «Ο κήπος με τ’ αγάλματα», «Ποθητή, χρόνια σαν τη φωτιά» και το πρόσφατο «Η θυσία» ένα μυθιστόρημα για τον Λεωνίδα, τη Σπάρτη και τις Θερμοπύλες.

Στη συνέντευξη που ακολουθεί η Ελένη Σαραντίτη μιλά για την οικονομική και ηθική κρίση των ημερών μας, για την Ευρώπη, για την Ελλάδα και πάνω από όλα είναι μια συνέντευξη –ύμνος για τις αρετές του Ελληνισμού και όχι για τις αδυναμίες του, με τις οποίες μας «μαστιγώνουν» αλλά και  …αυτομαστιγωνόμαστε τον τελευταίο καιρό. Μια συνέντευξη ελπίδας…..

«Είμαι ελληνολάτρης αλλά όχι με την κούφια έννοια. 
Ο Έλληνας όπου βρέθηκε ήταν στοιχείο δημιουργικό»

Πώς βλέπετε την οικονομική κρίση, αυτή τη μεγάλη καταιγίδα, που εδώ και δύο χρόνια πλήττει τη χώρα; ‘Ήταν κάτι που το περιμένατε;

Δεν το περίμενα σε τέτοιο βαθμό. Και με τη λέξη «καταιγίδα» δεν θεωρώ μόνο την οικονομική κρίση που σαφώς είναι τρομακτική και πλήττει ένα πολύ μεγάλο μέρος των ανθρώπων. Θεωρώ και την πλήρη καταρράκωση του ήθους μας και του ηθικού μας, που συμβαίνει αυτή την περίοδο και από αυτό φοβάμαι ότι θα τρομάξουμε να ορθοποδήσουμε πια. Αναρωτιέμαι μήπως και η ηθική κρίση έφερε την οικονομική. Δεν ξέρω ποιο από τα δύο ήταν το πιο σημαντικό. Εν πάση περιπτώσει και ως εταίρους δεν μας σεβαστήκαν οι χώρες της Ευρώπης.

Πώς αισθάνεστε για όσα μας κατηγορούν οι Ευρωπαίοι;

Ακούω για όλα αυτά που μας καταμαρτυρούν και αισθάνομαι ότι μας ταπεινώνουν. Γιατί γνωρίζω την ποιότητά μας. Η Ιστορία μας έχει διδάξει ότι ο Έλληνας και στη φτώχια και στην πείνα και στη μετανάστευση κράτησε μια αξιοπρέπεια και μια εντιμότητα που με κάνει και ριγώ. Δέκα κοιμόντουσαν σε ένα δωμάτιο, αλλά πήγαιναν στις δουλειές τους πλυμένοι. Δεν διαβάσαμε για ληστείες, δεν διαβάσαμε για φόνους. Είμαι ελληνολάτρης αλλά όχι με την κούφια έννοια. Ο Έλληνας όπου βρέθηκε ήταν στοιχείο δημιουργικό. Σε όποια χώρα και ήπειρο κι αν πήγε,  διακρίθηκε.  Δεν τους πιάνανε στα σταυροδρόμια να πουλούν ουσίες και να εκπορνεύουν. Ακόμη κι εδώ κάποια αποβράσματα που το κάνουν, είναι τόσο μικρός ο αριθμός τους… 

«Δεν είναι τεμπέληδες οι Έλληνες.
Δεν είμαστε οι χειρότεροι Ευρωπαίοι»

Είναι τεμπέληδες οι Έλληνες;

Μας λένε τεμπέληδες, και έχουμε φτάσει να το υιοθετούμε. Δεν είναι καθόλου τεμπέληδες  οι Έλληνες. Αν συγκρίνετε τα ωράρια των Ελλήνων  με εκείνα των Ολλανδών πιο πολλές εργάσιμες ώρες έχουμε εμείς από τους εκείνους. Αν εξαιρέσει κανείς  μια μικρή μειοψηφία από νεοέλληνες, που εκμεταλλεύθηκαν κάποιες καταστάσεις, οι υπόλοιποι δεν ζούσαν με σπατάλη. Με δόσεις παίρνανε τα σπίτια και τα έπιπλά τους. Λένε ότι τα κέντρα διασκεδάσεως ήταν γεμάτα. Μα όλο οι ίδιοι και οι ίδιοι πηγαίνανε σε αυτά. Δεν υπήρξε αυτό που ειπώθηκε ότι «μαζί τα φάγαμε».   Τι να πω; Να δεχτώ πως είμαστε οι χειρότεροι Ευρωπαίοι; Δεν είμαστε οι χειρότεροι Ευρωπαίοι.  Εγώ έχω κάνει και πάρα πολλά ταξίδια. Δεν έχω δει να υστερούμε σε κάτι των άλλων. Γιατί; Επειδή γλεντάμε; Αυτό είναι στη φύση του Έλληνα. Οι μίζες;. Η Siemens  δεν έδωσε μίζες; Όλοι έχουν κατηγορηθεί και τα έχουν σκεπάσει. Μόνο τα δικά μας αφήσανε. Θέλανε φαίνεται έναν αποδιοπομπαίο τράγο.

«Πιστεύω πολύ στο λαό μας.
Η Δημοκρατία είναι βαθειά ριζωμένη στον Έλληνα. 
Δεν ξέρω άλλο γειτονικό λαό να είναι έτσι»

Μέσα στο γενικό κλίμα απαξίωσης του σημερινού πολιτικού συστήματος, πιστεύετε ότι αμφισβητείται και η Δημοκρατία; Ο ελληνικός λαός συνεχίζει να είναι δημοκρατικός;

Ο ελληνικός λαός είναι βαθειά δημοκρατικός. «Σταγονίδια» ήταν αυτοί που στήριξαν τις δικτατορίες. Είμαι πολύ σίγουρη για το φρόνημα του ελληνικού λαού και δεν ανησυχώ. Ανησυχώ για να ξεπεράσουμε την τωρινή κρίση. Να μη πεινάνε, να μην κρυώνουν. Κρυώνουν ξέρετε οι άνθρωποι. Φοράνε τα παλτά μέσα στο σπίτι. Η Δημοκρατία όμως είναι βαθειά ριζωμένη στον Έλληνα.  Ακόμη και οι υπερβολικές αντιδράσεις που παρατηρούνται είναι μειοψηφίες. Πιστεύω πολύ στο λαό μας. Δεν ξέρω άλλο γειτονικό λαό να είναι έτσι. Είχαμε 500 χρόνια σκλαβιάς, Κατοχή, Μικρασιατική καταστροφή, Εμφυλίους, δικτατορίες και όμως και μορφωθήκαμε και τα παιδιά μας βγήκανε με πρόσωπο στην κοινωνία και αγαπήσαμε την Τέχνη. Από όλη την Ευρώπη, τους περισσότερους και καλύτερους ποιητές εμείς τους έχουμε. Δεν είναι λίγο που μέσα σε δέκα χρόνια είχαμε δυο Νόμπελ και άλλα πολλά που μας αρνηθήκανε. Έχουμε σημαντικούς δημιουργούς, Δεν μπορούν όλα αυτά να πάνε χαμένα.

Είναι πολύ σημαντικό να ακούγονται τέτοιες παρηγορητικές φωνές σαν τη δική σας. Αισθάνομαι ότι ο κόσμος έχει μαραθεί. Το βλέπετε κι εσείς;

Το βλέπω κι εγώ. Και οι επαγγελματίες. Κλείνουν τα μαγαζιά το ένα μετά το άλλο. Οι υπάλληλοι βρίσκονται στους δρόμους. Για όνομα του Θεού!… Και κόβουνε από το μισθωτό και τον συνταξιούχο το επικουρικό που είναι 300 ευρώ και θέλουν να το πάνε 200 και 180 €. Δεν θα τα βγάλει πέρα ο κόσμος. Δεν άξιζε να συμβεί αυτό. Άλλοι έπρεπε να πληρώσουν.

«Οι λογοτέχνες δεν σκύψαμε να
βασανίσουμε τα γραπτά μας.
Να του δώσουμε μια διάρκεια.
Κοινώς χάσαμε τη μπάλα»

Πώς στάθηκε η ελληνική λογοτεχνία μέσα σε όλη αυτή την περίοδο της κρίσης. Αρκετοί εκτιμούν ότι «πιάστηκε στον ύπνο». Συμφωνείτε;

Ζήσαμε μία τεχνητή ευφορία με όλα τα αυτά τα ωραία και παρήγορα μυθιστορήματα που γραφτήκανε και πουληθήκανε και αγοραστήκανε και διαβαστήκανε για «μάγισσες» ή «μετρέσες» και τα λοιπά «στην άμμο» και όλα αυτά. Νομίζανε ότι θα κρατήσει αυτό για πάντα και δεν σκύψαμε να βασανίσουμε τα γραπτά μας. Να τους δώσουμε μία διάρκεια. Κοινώς  χάσαμε τη μπάλα. Αμφιβάλλω αν θα είναι έτσι ξανά τα επόμενα χρόνια η ελληνική λογοτεχνία, αν εμείς οι λογοτέχνες δεν καθίσουμε να πάρουμε στα σοβαρά το ρόλο μας και τη γλώσσα μας και τα μηνύματα των καιρών και την ιστορία μας βεβαίως.

«Δεν γράφω εύκολα, για να ξεγελάσω.
Θέλω να συγκινηθεί ο αναγνώστης,
θέλω όμως και να σκεφτεί»

 

Με εντυπωσιάζει η ευθύτητά σας.

Ξέρετε τη δουλειά μου. Δεν γράφω καθόλου εύκολα, ή καθόλου για να ξεγελάσω μόνο και μόνο για να περάσει ο αναγνώστης καλά μαζί μου. Θέλω και να συγκινηθεί θέλω όμως και να σκεφτεί. Αυτά  βέβαια δεν με αποζημίωσαν με μεγάλες πωλήσεις, αλλά δεν είναι αυτό το ζητούμενο. Με χαροποιεί ότι βιβλία μου υπάρχουν στα αναγνωστικά στα ανθολόγια του δημοτικού του γυμνασίου, στα τεχνικά επαγγελματικά λύκεια στα ΤΕΙ. Αυτό είναι μια πολλή μεγάλη ικανοποίηση και έχει διάρκεια.

Δεν είναι περίεργο που οι περισσότεροι Έλληνες συγγραφείς δεν εμπνέονται από την ελληνική ιστορία;

Είναι πράγματι περίεργο, παρότι είναι της μόδας να διαβάζει κανείς ιστορία. Τη διαβάζουν με ένα …μαντολίνο που πάει από χέρι σε χέρι, με ένα περιδέραιο, με ένα δαχτυλίδι με κάποια αισθηματικά στη μέση. Τη βαθειά ιστορία δεν την εξετάζουν. Είναι επικίνδυνη η ιστορία. Υπάρχει ο κίνδυνος να τη δεις μονόπλευρα και μονολιθικά, να τη δεις με παρωπίδες. Όταν έγραψα για το Λεωνίδα δεν στάθηκα μόνο στην αγωγή, που βέβαια υπήρχε. Μελέτησα και την ιστορία της Σπάρτης, πάνω στην οποία είχε πέσει ένα πέπλο. Λέμε για τη Σπάρτη ότι ήταν ένα κράτος μιλιταριστικό, απομονωμένο αλλά δεν ήταν έτσι. Οι γυναίκες ήταν πολύ χειραφετημένες, πανέμορφες, ελεύθερες. Γυμνάζονταν ξέρανε γραφή και ανάγνωση, μαθαίνανε τον Όμηρο και τη Σαπφώ. Έμαθα αρχαία ελληνικά για να διαβάσω τους αρχαίους συγγραφείς από το πρωτότυπο και να μην κάνω λάθη.  

«Έχω πάθος με τη γλώσσα.
Δεν είναι μόνο η συνέχειά μας,
είναι η ευαισθησία μας,
είναι η ομορφιά μας»

Την ευαισθησία σας για τη γλώσσα βλέπετε να τη συμμερίζεται η νέα γενιά;

Πηγαίνω στα σχολεία και βλέπω μια χαρά παιδιά. Έχουν μια ποιότητα που με εκπλήσσει.  Όμως πρέπει να προσέξουν. Είναι σημαντικό να έχουν και καλούς δασκάλους. Ό,τι  ωραιότερο είναι η γλώσσα μας. Που άντεξε τόσες χιλιάδες χρόνια, που πλούτισε, που ομόρφυνε. Στη δουλειά μου έχω περίπου  12 – 14 λεξικά. Και όλο ψάχνω να βρω την ωραιότερη λέξη, τη σωστότερη, τη βαθύτερη, τη διαφορετικήΈχω πάθος με τη γλώσσα. Δεν είναι μόνο η συνέχειά μας, είναι και η ευαισθησία μας είναι η ομορφιά μας. Τόσο ωραίες λέξεις! Τόσο εύηχες τόσο όμορφες που έχουμε! Έχω πάθος με τη γλώσσα. Η συγγραφή είναι μια πλέξη πολύ μεγάλη. Πιστεύω πως μόνο με ιδιωτικές πρωτοβουλίες θα τα βγάλουμε πέρα αυτό τον καιρόΑυτό που είπε ο Μανόλης Ανδρόνικος. «Η Υπέροχη ιδιωτική πρωτοβουλία» Και αυτός μόνος του αγωνίστηκε. Ότι  σοβαρό έχει γίνει στην Ελλάδα από ιδιωτική πρωτοβουλία έγινε.

«Οι Λέσχες Ανάγνωσης,
μέσω των βιβλίων γίνονται μικρές εστίες
παρηγοριάς και αντοχής»

Ο κόσμος θέλει το καλό βιβλίο;

Οι νέοι το θέλουν περισσότερο και ας μην τους κατηγορούμε. Οι περισσότεροι αναγνώστες και αγοραστές των βιβλίων είναι νέοι και βέβαια γυναίκες. Και οι περισσότεροι νέοι γονείς ενδιαφέρονται και ενημερώνονται. Βέβαια και τα βιβλία αυτό τον καιρό είναι στάσιμα και οι πωλήσεις τους χαμηλές. Λόγω της οικονομικής στενότητας του κόσμου, πολλά θα πάνε από χέρι σε χέρι. Δεδομένου ότι και οι βιβλιοθήκες δεν είναι εξοπλισμένες σωστά.

Μιλάτε με τους αναγνώστες σας αυτή την περίοδο; Επικοινωνείτε μαζί τους; Τι σας λένε;

Αυτή την εποχή παρατηρείται μια συσπείρωση των ανθρώπων που αγαπούν βαθειά και ζεστά το βιβλίο. Λειτουργούν οι Λέσχες Ανάγνωσης. Μαζεύονται και διαβάζουν βιβλία. Την περασμένη βδομάδα είχα πάει στο Μοσχάτο κι εκεί οι γυναίκες φέρνουν και διάφορα φαγητά. Η μία έφερε ψωμί, εγώ πήγα μηλόπιτα, άλλες τυρί, κρασί, κάποια άλλη χορτόπιτα. Προσπαθούν μέσω των βιβλίων να κάνουν μικρές εστίες παρηγοριάς και αντοχής.

Γράφετε κάτι αυτή την εποχή;

Γράφω και τελειώνω ένα βιβλίο. Λέγεται «Η Χαρούλα στους επτά ουρανούς». Η Χαρούλα είναι μια πολύ χαριτωμένη κοπέλα και έχει ένα θέμα που δεν έχει ξαναγραφτεί. Ο πατέρας της ήταν αξιωματικός του ναυτικού που ταξίδευε μαζί με την οικογένειά του και στον Ινδικό ωκεανό. Εκεί πιάσανε αυτόν και το πλοίο οι πειρατές και κρατήσανε το μπαμπά τη μαμά και τον αδελφό της Χαρούλας δυο χρόνια. Γράφω λοιπόν για τον αγώνα της κοπελίτσας να ψάχνει, να περιμένει και να αγωνιά.

« Το βιβλίο “Η καλεσμένη των Χριστουγέννων”
είναι μια πραγματική ιστορία»

Σε λίγες μέρες έρχονται Χριστούγεννα. Πιστεύετε εν τέλει ότι η κρίση μπορεί να μας κάνει καλύτερους ανθρώπους;

Δεν το ξέρω, πάντως θα μας φέρει πιο κοντά. Άλλωστε στις μεγάλες κρίσεις παρατηρείται μεγάλη άνθιση του Λόγου και της Τέχνης. Στην Αγγλία, όταν έγινε η βιομηχανική επανάσταση και βγήκαν οι πεινασμένοι στους δρόμους, τότε δεν γράφτηκαν τα σημαντικότερα βιβλία; Οι δύσκολοι καιροί στρέφουν τον άνθρωπο μέσα του. Σίγουρα θα μας κάνει καλό στο χαρακτήρα…

Μια διαφορετική και πολύ ανθρώπινη πλευρά των Χριστουγέννων δίνετε στο αφήγημα σας «Η καλεσμένη των Χριστουγέννων». Γιατί έχετε στο εξώφυλλο τον κοκκινολαίμη;

Το εξώφυλλό του είναι σαν Χριστουγεννιάτικη κάρτα.  Έχει τον κοκκινολαίμη, από έναν πίνακα του Archibald Thorburn. Ο κοκκινολαίμης, είναι ο προάγγελος των Χριστουγέννων. Είναι το πιο οικείο και ανθρώπινο πουλί. Δεν φοβάται τους ανθρώπους. Επίσης θεωρείται καλότυχο από αρχαιοτάτων χρόνων.

Πρόκειται για πραγματική ιστορία;

Στο χωριό μου ζούσε μια γυναίκα απομονωμένη. Είχα ρωτήσει τη γιαγιά μου και μου είπε την ιστορία. Με τη μάχη της Κρήτης που οι Άγγλοι έφευγαν νικημένοι, πολλοί περάσανε και κρυφτήκανε στο χωριό που ήταν απέναντι. Όσοι ήταν στην Αντίσταση ειδοποιήθηκαν να του πάνε ρούχα, τρόφιμα και χρήματα για αν φύγουν. Ανάμεσά τους και ο άντρας αυτής της γυναίκας που για προπέτασμα και για να μην καταλάβουν τίποτα οι Γερμανοί, πήρε μαζί την κορούλα του δεκατεσσάρων ετών. Όμως τους είχαν παρακολουθήσει και τους σκότωσαν και τους δύο. Η γυναίκα έπαθε τρέλα κι έδιωχνε τους πάντες από το κατώφλι της. Όμως κάποια Χριστούγεννα με έστειλε η γιαγιά μου και της είπα τα κάλαντα και την κάλεσα να φάει μαζί μας. Εκείνη την ώρα πέρασε κι ένας κοκκινολαίμης από μπροστά μου. Δεν θα το ξεχάσω ποτέ αυτό. Αυτή την ιστορία αφηγούμαι στο διήγημα.