Η άλλη ευλογημένη Γέννηση

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΙΟΥΣΗΣ  kiousis@enet.gr

«Εβρεχε και φυσούσε νοτιάς που στις φούριες του και σκεπές παρασύρει.

Το κύμα είχε κουκουλώσει μάντρες και φυτά, αυλές και ζωντανά. Ολοι έστρεφαν τα μάτια κατά τον Κάβο-Μαλιά από όπου θα ξεπρόβαλλε το πλοίο της γραμμής. Βράδιαζε». Στη Νεάπολη Λακωνίας, παραμονή Χριστουγέννων 1955, με τους δρόμους έρημους και την παραλία άδεια, μας μεταφέρει η συγγραφέας Ελένη Σαραντίτη.

«Στο σπίτι μας η ατμόσφαιρα ήταν γιορτινή. Ευλογημένη ατμόσφαιρα. Συν τη χαρά ότι είχαμε κοντά τον πατέρα μας που τότε δεν ταξίδευε. Εκείνη την ημέρα, ανήσυχος με τον καιρό, είχε στηθεί στο λιμάνι. Τα παιδιά είχαν τελειώσει με τα κάλαντα νωρίς και το μόνο που ακουγόταν στη γειτονιά ήταν το χαβανόχερο. Ηχος χαρμόσυνος. Νύχτα προχωρημένη ακούστηκε η σειρήνα του βαποριού. Ανήσυχη. Φαίνεται το καράβι προσπαθούσε να ποδίσει και δυσκολευόταν. Αργότερα ταραχτήκαμε όταν ακούσαμε την αγωνιώδη φωνή του πατέρα: "Σπυριδούλα, άνοιξε! Ελάτε. Για το Θεό!". Εβρεχε κρουνηδόν, η θάλασσα μούγκριζε και ο πατέρας βαστούσε από τους ώμους ένα νεαρό φοβισμένο αντρόγυνο. Δεν υπήρχε ούτε τρύπα στο ξενοδοχείο. Διανυκτερεύουν οι Τσιριγώτες μέχρι να καλοσυνέψει.

» Μαρία τ' όνομα της κοπέλας, Τεοντόρ του άντρα. Ρουμάνοι. Καλαθάδες.
Μόνο κάντε γρήγορα!

» Το κορίτσι όπου να 'ναι γεννάει. Σπυριδούλα, ετοίμασε το κρεβάτι κι εσύ, μάνα, τα πρέποντα. Εγώ πάω για τη μαμμή. Στο κρεβάτι των γονιών μου γεννήθηκε το ξένο κοριτσάκι. Εύκολα σαν να το είχε η μάνα αγκαλιά και το απόθεσε στην ασφάλεια και στη ζέστα.

» Οταν με άφησαν να τις δω, έλαμπε το μελαχρινό πρόσωπο της Μαρίας ενώ το μωρό ήταν σαν ανθός. Ο άγνωστος πατέρας έκλαιγε. Η γιαγιά έψαλε "Ευφραίνου, Βηθλεέμ, Ευφραθά" κι εγώ ακούμπησα την κούκλα μου, τη Ρόζα, δίπλα στη μάνα που είχε πάρει αγκαλιά το νεογέννητο. Μόλις ακούστηκαν οι καμπάνες είπα πως θα πετάξω!». Καλά Χριστούγεννα.
Ελευθεροτυπία, Πέμπτη 22 Δεκεμβρίου 2011